Ο πληθωρισμός στη Γερμανία σημείωσε απροσδόκητα απότομη άνοδο τον Ιούλιο, φτάνοντας το 2,8%, μετά τη λήξη της κρατικής έκπτωσης στις τιμές των καυσίμων.
Τον Ιούνιο, ο δείκτης βρισκόταν στο 2,3%, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας. Οι αναλυτές περίμεναν αύξηση, όχι όμως τόσο έντονη.
Η επιστροφή των τιμών της βενζίνης σε υψηλά επίπεδα έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Η έκπτωση φόρου που ίσχυε το Μάιο και τον Ιούνιο είχε συγκρατήσει προσωρινά το κόστος στα πρατήρια. Μάλιστα, σύμφωνα με την Bundesbank, το μέτρο αυτό μείωσε τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,25 ποσοστιαίες μονάδες. Τώρα, χωρίς αυτή την ελάφρυνση, οι οδηγοί βλέπουν ξανά τιμές πάνω από δύο ευρώ το λίτρο, με τη Βαυαρία να καταγράφει άνοδο άνω του 21% στα καύσιμα σε ετήσια βάση.
Ο Ντάνιελ Χάρτμαν, επικεφαλής οικονομολόγος της Bantleon, σχολίασε ότι ήταν αναμενόμενο πως η κατάργηση της έκπτωσης θα έφερνε αύξηση στις τιμές της βενζίνης πάνω από 10%, κάτι που πλέον αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα δεδομένα. Η ενέργεια συνολικά ακρίβυνε κατά 8,3% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του προηγούμενου έτους, ενώ τον Ιούνιο η αντίστοιχη αύξηση ήταν 3,4%.
Δεν είναι όμως μόνο το ενεργειακό κόστος που πιέζει. Οι τιμές των τροφίμων ανέβηκαν κατά 0,4% και αναμένεται να συνεχίσουν ανοδικά, καθώς οι παραγωγοί μετακυλίουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος στους καταναλωτές. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, κινήθηκε στο 2,4%, ενώ οι υπηρεσίες, όπως τα ταξίδια και οι ασφάλειες, σημείωσαν άνοδο 2,9%. Σε μηνιαία βάση, από τον Ιούνιο στον Ιούλιο, το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε κατά 0,8%.
Η μειωμένη αγοραστική δύναμη αρχίζει να επηρεάζει την κατανάλωση, έναν βασικό μοχλό της γερμανικής οικονομίας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει ουσιαστικά όταν οι επιδράσεις του ενεργειακού σοκ πάψουν να φαίνονται στη σύγκριση με το προηγούμενο έτος, κάτι που τοποθετείται χρονικά μετά την αλλαγή του χρόνου.
Στο μεταξύ, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, προειδοποίησε ότι η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή και ο αντίκτυπος του ενεργειακού σοκ δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως αισθητός. Οι αγορές αναμένουν νέα αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ τον Σεπτέμβριο, τη δεύτερη για φέτος, σε μια προσπάθεια να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός κοντά στον στόχο του 2%. Τα υψηλότερα επιτόκια κάνουν το δανεισμό ακριβότερο, περιορίζοντας έτσι τη ζήτηση.
Μια ενδιαφέρουσα ένδειξη έρχεται από το Ινστιτούτο Ifo του Μονάχου: το βαρόμετρο για τις μελλοντικές προθέσεις των επιχειρήσεων ως προς τις τιμές υποχώρησε στις 21,6 μονάδες τον Ιούλιο, από 26,1 τον Ιούνιο. Αυτό δείχνει πως λιγότερες εταιρείες σχεδιάζουν ανατιμήσεις άμεσα. Ωστόσο, η ερευνήτρια Τιφέν Γουιμπώ διευκρίνισε ότι η πορεία του πληθωρισμού θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την επίδρασή τους στις τιμές της ενέργειας.

