Σε μια αιχμηρή ανάλυσή του, ο Shay Gal υποστηρίζει πως η διεκδίκηση της Γροιλανδίας από τον Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν μια απλή πρόκληση προς τη Δανία, αλλά μια βαθύτερη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού ενός συμμάχου ως αποθέματος υπό αμερικανικό έλεγχο.
Στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, δίπλα στον Ερντογάν, ο Τραμπ επανέλαβε τον ισχυρισμό του, ενώ η Συμμαχία, διά στόματος Μαρκ Ρούτε, απάντησε μιλώντας για την ασφάλεια της Αρκτικής και τις προκλήσεις από Ρωσία και Κίνα, αφήνοντας ουσιαστικά απροστάτευτη την έννοια της κυριαρχίας. Ο Gal ξεκαθαρίζει ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία βασίζεται σε συμφωνία πρόσβασης του 1941 και όχι σε τίτλο ιδιοκτησίας, και πως η στρατηγική αξία ενός εδάφους δεν παρέχει δικαίωμα κατοχής.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η επισήμανση ενός κρίσιμου κενού στη λειτουργία του ΝΑΤΟ: ανάμεσα στη διαβούλευση του Άρθρου 4 και τη συλλογική άμυνα του Άρθρου 5 υπάρχει ένα ακυβέρνητο πεδίο καταναγκασμού, όπου δασμοί, οικονομική πίεση, έλεγχοι συνόρων και διαβρωμένες εγγυήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν από ένα κράτος-μέλος εναντίον άλλου. Ο Gal προτείνει τη δημιουργία ενός Άρθρου 4.5, ενός Πρωτοκόλλου Άμυνας κατά του Εξαναγκασμού, το οποίο θα ενεργοποιεί αυτόματα σύντηξη πληροφοριών, άμυνα υποδομών και κυρώσεις όταν ένας σύμμαχος ασκεί συνεχή εξαναγκασμό σε βάρος άλλου.
Ο αναλυτής συνδέει ευθέως το τυφλό σημείο της Γροιλανδίας με τη συμπεριφορά της Τουρκίας στο Αιγαίο και την Κύπρο. Περιγράφει μια καταναγκαστική αρχιτεκτονική όπου η Άγκυρα απειλεί με πόλεμο για νόμιμα ελληνικά δικαιώματα, εμποδίζει έρευνες και ενεργειακές δραστηριότητες, ενώ διατηρεί την πίεση κάτω από το κατώφλι της ανοιχτής σύγκρουσης, εκμεταλλευόμενη τη συναίνεση του ΝΑΤΟ ως ασυλία. Στην Κύπρο, η κατοχή από το 1974 δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από τη Συμμαχία, αλλά έγινε ρουτίνα μέσω της διοίκησης, αποκτώντας μονιμότητα χωρίς νομιμότητα.
Ο Gal υπογραμμίζει τη συμβολική σημασία της συνάντησης Τραμπ και Ερντογάν στην Άγκυρα, όπου οι δύο ηγέτες αλληλοτροφοδοτήθηκαν: η τουρκική κατοχή προσέφερε στον Τραμπ προηγούμενο για εξαναγκασμό μεταμφιεσμένο σε προστασία, ενώ η διεκδίκηση της Γροιλανδίας έδωσε στον Ερντογάν κάλυψη για να επαναπροσδιορίσει την κατοχή ως ζήτημα ασφάλειας.
Παράλληλα, ο αναλυτής καλεί την Ευρώπη να προχωρήσει σε μια «Λισαβόνα 2.0» — όχι με τη μορφή νέας συνθήκης, αλλά ως ουσιαστική εφαρμογή των ήδη υπαρχουσών δυνατοτήτων στους τομείς της διοίκησης, των υποδομών, της ενέργειας και της βιομηχανίας, ώστε ο εξαναγκασμός να μην μπορεί να απομονώνει μεμονωμένα κράτη. Αν γίνει αποδεκτή η αρχή του Τραμπ για τη Γροιλανδία, προειδοποιεί, αυτή θα ταξιδέψει και σε άλλα εδάφη, όπως η Γαλλική Γουιάνα. Το συμπέρασμά του είναι σαφές: η Συμμαχία δεν μπορεί να υπερασπίζεται την κυριαρχία απέναντι στη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα δικαιολογεί την υποβάθμισή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία. Χωρίς θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες, η πρόσβαση μετατρέπεται σε εξουσία, η προστασία σε μοχλό πίεσης και η κυριαρχία σε μια απλή άδεια που μπορεί να ανακληθεί.

