Οι εκλογικές απώλειες των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) στη Γερμανία, η άνοδος της εναλλακτικής για την Γερμανία (AfD) και η νέα συζήτηση για την πολιτική κατεύθυνση της κυβέρνησης
Η γερμανική πολιτική σκηνή εισέρχεται σε μια περίοδο έντονης αβεβαιότητας, καθώς τα αποτελέσματα της περασμένης Κυριακής σε Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και Βερολίνο, οι δημοσκοπήσεις και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις στην Ένωση δημιουργούν ένα νέο πολιτικό περιβάλλον για την κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς.
Οι Χριστιανοδημοκράτες υπέστησαν σοβαρές απώλειες, ενώ η AfD ενισχύθηκε σημαντικά. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία το CDU περιορίστηκε στο 4,9% και έμεινε εκτός κοινοβουλίου στο τοπικό κρατίδιο για πρώτη φορά στην ιστορία της, ενώ η AfD αναδείχθηκε πρώτη δύναμη με 38,2%. Ο ίδιος ο Μερτς χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «καταστροφή» για την παράταξή του και δήλωσε ότι η CDU βρέθηκε παγιδευμένη στην πόλωση μεταξύ σοσιαλιστών (SPD) και AfD.
Στο Βερολίνο, η Αριστερά αναδείχθηκε πρώτη με 25,7%, ακολούθησε η CDU με 18,9%, οι Πράσινοι με 14,3% και το SPD με 12,1%. Το αποτέλεσμα άνοιξε και νέο μέτωπο μεταξύ CDU και SPD, καθώς εξετάζεται το ενδεχόμενο κυβέρνησης Αριστεράς, Πρασίνων και σοσιαλιστών στην πρωτεύουσα.
Η πίεση δεν περιορίζεται στην Ανατολή
Το ενδιαφέρον πλέον μεταφέρεται και στη δυτική Γερμανία. Δημοσκόπηση της Forsa, για το αν είχαμε ομοσπονδιακές εκλογές την επόμενη Κυριακή στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία κατέγραψε την AfD στο 24%, έναντι 22% του CDU. Πρόκειται για μέτρηση που αφορά ομοσπονδιακή πρόθεση ψήφου και όχι τις επόμενες εκλογές στο κρατίδιο της Γερμανίας, ωστόσο, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς πρόκειται για το πολυπληθέστερο κρατίδιο της χώρας και παραδοσιακό χώρο ισχυρής παρουσίας των Χριστιανοδημοκρατών.
Σε εθνικό επίπεδο, η τελευταία δημοσκόπηση της INSA η οποία δημοσιεύτηκε στις 22 Σεπτεμβρίου, κατέγραφε την AfD στο 29,5%, δέκα μονάδες μπροστά από την Ένωση (CDU/CSU) στο 19,5, ενώ οι σοσιαλιστές βρίσκονται στο 13,5. Την ίδια στιγμή, μόλις 13% δήλωναν ικανοποιημένοι από το έργο του Μερτς.
«Παραμένω στην Καγκελαρία»
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Μερτς έχει επιλέξει να παραμείνει στην ηγεσία του CDU και στην Καγκελαρία. Μετά τις εκλογικές απώλειες, δήλωσε ότι θα συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του και ότι η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει το κυβερνητικό της πρόγραμμα. Η πίεση, ωστόσο, δεν προέρχεται μόνο από την εκλογική βάση. Στο εσωτερικό της Ένωσης έχει ανοίξει συζήτηση για την πολιτική στρατηγική, την εκλογική εικόνα και τον τρόπο με τον οποίο το CDU μπορεί να ανακτήσει επαφή με κοινωνικές ομάδες που μετακινούνται προς την AfD.
Σε αυτή τη συζήτηση παρενέβη και η Άνγκελα Μέρκελ. Αναφερόμενη στον Κόνραντ Αντενάουερ, υπογράμμισε την ανάγκη το CDU να «χτίζει γέφυρες» μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και να λειτουργεί ως Volkspartei (λαϊκό κόμμα). Η παρέμβασή της δεν συνοδεύτηκε από άμεση αμφισβήτηση της ηγεσίας του Μερτς, αλλά έδωσε έμφαση στην πολιτική ταυτότητα και την κοινωνική διεύρυνση της Ένωσης.
Η AfD αλλάζει την πολιτική εξίσωση
Η ενίσχυση της AfD αποτελεί πλέον κεντρικό ζήτημα για το σύνολο του πολιτικού συστήματος. Η λεγόμενη Brandmauer (τείχους προστασίας), δηλαδή η πολιτική άρνηση συνεργασίας με την AfD, παραμένει βασική θέση των Χριστιανοδημοκρατών, την ίδια στιγμή όμως το κόμμα καλείται να απαντήσει στο γεγονός ότι η AfD αποκτά ισχυρότερη εκλογική βάση.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ανατολική Γερμανία. Η δημοσκοπική εικόνα στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία δείχνει ότι η δυναμική της AfD καταγράφεται πλέον και σε ένα από τα σημαντικότερα κρατίδια της Δύσης. Παράλληλα, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ουσιαστικά ζητήματα καθημερινότητας. Η οικονομία, το κόστος ζωής, η υγεία, η περίθαλψη, οι συντάξεις και η λειτουργία του κοινωνικού κράτους αποτελούν πεδία στα οποία ο κυβερνητικός συνασπισμός CDU/CSU και SPD καλείται να παρουσιάσει συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Χαρακτηριστική ήταν και η πρόσφατη αντιπαράθεση στη βουλή μέσα στην εβδομάδα, γύρω από τις δηλώσεις του Μερτς για το σύστημα υγείας. Ο υπουργός Υγείας Κάρστεν Λίνεμαν χρειάστηκε να διευκρινίσει ότι δεν τίθεται θέμα κατάργησης του διπλού συστήματος δημόσιας και ιδιωτικής ασφάλισης, ενώ η κυβέρνηση επεξεργάζεται ευρύτερες μεταρρυθμίσεις στην υγεία και τη μακροχρόνια φροντίδα.
Η Γερμανία βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια διττή πρόκληση. Αφενός, η κυβέρνηση πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις και να βελτιώσει την καθημερινότητα των πολιτών, αφετέρου, οι Χριστιανοδημοκράτες καλούνται να αντιμετωπίσουν την εκλογική άνοδο της AfD χωρίς να διαρρήξει την πολιτική της στρατηγική.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Είναι εάν τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών και να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που τροφοδοτούν τη σημερινή πολιτική μετατόπιση. Διότι, όπως φάνηκε από τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων στα τοπικά κοινοβούλια, οι μισοί ψηφοφόροι από τους Χριστιανοδημοκράτες μετακόμισαν στην AfD. Και σε αυτό το σημείο βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δοκιμασία για τον Φρίντριχ Μερτς και συνολικά για την Ένωση.

