Μια συμφωνία που κλείνει έναν ιστορικό κύκλο σχεδόν έξι δεκαετιών ανοίγει ταυτόχρονα ένα νέο κεφάλαιο αντιπαράθεσης για το εάν η Ελλάδα αξιοποίησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σημαντικότερο διαπραγματευτικό πλεονέκτημα που διέθετε απέναντι στη Βουλγαρία.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026 υπογράφηκε το Μνημόνιο Κατανόησης μεταξύ των υπουργείων Πολιτισμού Ελλάδας και Βουλγαρίας και στις 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα παράδοσης-παραλαβής. Η Ελλάδα παρέδωσε στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν ταυτοποιηθεί ως εκείνα του τσάρου Σαμουήλ, καθώς και ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους της βασιλικής του Αγίου Αχιλλείου στη Μικρή Πρέσπα.
Σε αντάλλαγμα, η Βουλγαρία παρέδωσε στην Ελλάδα 48 εκκλησιαστικά κειμήλια, τα οποία είχαν μεταφερθεί από ελληνικές μονές και ναούς στη Βουλγαρία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.Η τελετή πραγματοποιήθηκε παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου πρωθυπουργού Ρούμεν Ράντεφ. Η βουλγαρική πλευρά αντιμετώπισε την επιστροφή των λειψάνων ως ιστορικό γεγονός, καθώς ο Σαμουήλ αποτελεί κεντρικό σύμβολο της βουλγαρικής ιστορικής μνήμης. Τα λείψανα μεταφέρθηκαν στη Σόφια και τοποθετήθηκαν στον ναό της Αγίας Σοφίας.
Η ανακάλυψη του 1965 και η ιστορική αξία των λειψάνων
Η ιστορία αρχίζει το 1965, όταν ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος ξεκίνησε ανασκαφές στη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στο ομώνυμο νησί της Μικρής Πρέσπας. Εκεί αποκαλύφθηκαν τέσσερις σαρκοφάγοι. Μία από τις ταφές αποδόθηκε από τον Μουτσόπουλο στον Σαμουήλ, ενώ οι υπόλοιπες συνδέθηκαν με μέλη της δυναστείας των Κομητόπουλων.Υπάρχει, πάντως, μια ενδιαφέρουσα ασυμφωνία στις χρονολογήσεις που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς: ελληνικές πηγές και η πρόσφατη συμφωνία αναφέρουν το 1965 ως έτος της ανακάλυψης, ενώ σε ορισμένες βουλγαρικές αναφορές γίνεται λόγος για το 1969. Η αρχαιολογική έρευνα του Μουτσόπουλου στη βασιλική άρχισε πράγματι το 1965 και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια.
Η ταύτιση της συγκεκριμένης σορού με τον Σαμουήλ αποτελεί την επιστημονική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκε και η σημερινή συμφωνία. Για τον λόγο αυτό, η διατύπωση «τα λείψανα που αποδίδονται στον Σαμουήλ» είναι επιστημονικά ακριβέστερη από μια απόλυτη διατύπωση περί αδιαμφισβήτητης ταυτοποίησης. Η σημασία τους, ωστόσο, είναι τεράστια. Ο Σαμουήλ, ο οποίος κυβέρνησε το βουλγαρικό κράτος από το 997 έως το 1014, αποτελεί κεντρική μορφή της βουλγαρικής ιστορικής αφήγησης. Η περιοχή των Πρεσπών και της Αχρίδας αποτέλεσε σημαντικό κέντρο της εξουσίας του και η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου συνδέεται άμεσα με τη βασιλική του παρουσία στην περιοχή.
Ένα λείψανο στο επίκεντρο μιας ευρύτερης βαλκανικής διαμάχης
Η περίπτωση του Σαμουήλ δεν είναι μόνο υπόθεση Ελλάδας και Βουλγαρίας. Η μορφή του βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο διαφορετικών εθνικών ιστοριογραφικών και εθνολογικών προσεγγίσεων, ιδίως σε σχέση με τα Σκόπια, όπου η κληρονομιά του μεσαιωνικού κράτους της περιοχής αποτελεί αντικείμενο έντονης ιστορικής διεκδίκησης.Υπάρχει, παράλληλα, και μια αρμενική ιστοριογραφική διάσταση. Ο μεσαιωνικός Αρμένιος ιστορικός Στεπάνος του Ταρών, γνωστός ως Ασογκίκ, αναφέρει τον Σαμουήλ και τον αδελφό του ως Αρμένιους από την περιοχή Ντερτζάν. Σύγχρονη ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει εξετάσει αυτή την εκδοχή της αρμενικής καταγωγής του Σαμουήλ.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η αρμενική εκδοχή μπορεί να παρουσιαστεί ως οριστικά αποδεδειγμένη ούτε ότι η σύγχρονη εθνική ταυτότητα μπορεί να μεταφερθεί αυτούσια στον 10ο και 11ο αιώνα. Είναι, όμως, ένα ακόμη στοιχείο που δείχνει πόσο σύνθετη είναι η ιστορική κληρονομιά του Σαμουήλ και πόσο έντονα έχει πολιτικοποιηθεί η μνήμη του στα Βαλκάνια.
Η Ελλάδα είχε επί δεκαετίες ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον βρίσκεται πλέον στο διπλωματικό σκέλος της υπόθεσης. Η Βουλγαρία είχε ζητήσει επανειλημμένα από την Ελλάδα την επιστροφή των λειψάνων του Σαμουήλ. Το ζήτημα επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση το 2014, όταν συμπληρώθηκαν χίλια χρόνια από τον θάνατό του. Τότε, σύμφωνα με την ελληνική θέση που είχε διατυπωθεί, το ζήτημα των λειψάνων συνδέθηκε με τις ελληνικές διεκδικήσεις για την επιστροφή εκκλησιαστικών κειμηλίων, χειρογράφων και άλλων πολιτιστικών αγαθών που είχαν αφαιρεθεί από ελληνικές μονές και περιοχές της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια των βουλγαρικών κατοχών και των πολεμικών συγκρούσεων.
Στο επίκεντρο βρισκόταν και η Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας. Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος, σε επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, αναφέρει ότι μόνο από την Εικοσιφοίνισσα διεκδικούνται 800 ιερά κειμήλια και 430 χειρόγραφα. Παράλληλα, θέτει το ερώτημα εάν η παράδοση των λειψάνων του Σαμουήλ αποδυναμώνει την ελληνική διαπραγματευτική θέση για όσα δεν επιστρέφονται τώρα.
Η επιστολή του Μητροπολίτη είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική, όχι επειδή αποτελεί από μόνη της απόδειξη για το σύνολο των ελληνικών διεκδικήσεων, αλλά επειδή καταγράφει την έντονη αντίδραση ενός άμεσα ενδιαφερόμενου εκκλησιαστικού φορέα, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν συμμετείχε στη διαβούλευση για τη συμφωνία.
48 κειμήλια έναντι των λειψάνων
Εδώ βρίσκεται το βασικό πολιτικό ερώτημα. Η Ελλάδα επιστρέφει στη Βουλγαρία αυτό που η Σόφια θεωρεί ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα της εθνικής της ιστορικής μνήμης. Η Βουλγαρία επιστρέφει στην Ελλάδα 48 κειμήλια, τα οποία είχαν αφαιρεθεί το 1917 και παρέμεναν επί περισσότερο από έναν αιώνα στη Βουλγαρία. Τα αντικείμενα προέρχονται από την Παναγία Εικοσιφοίνισσα, τη Μονή Τιμίου Προδρόμου και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Μάλιστα, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα τεχνική λεπτομέρεια: η βουλγαρική πλευρά διευκρίνισε ότι τα 48 κειμήλια αντιστοιχούν συνολικά σε 53 αντικείμενα, καθώς ορισμένες εγγραφές περιλαμβάνουν περισσότερα από ένα αντικείμενα.
Η επιστροφή αυτών των κειμηλίων είναι ασφαλώς σημαντική. Το ερώτημα όμως είναι εάν αποτελεί την πρώτη φάση μιας πραγματικά δεσμευτικής διαδικασίας επιστροφής και των υπόλοιπων αντικειμένων ή εάν η Ελλάδα παρέδωσε το σημαντικότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και δεσμεύσεις για τα υπόλοιπα. Στο επίσημο πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπεται η συνέχιση των διαπραγματεύσεων για την ταυτοποίηση και ένταξη σε επόμενη συμφωνία ιστορικών αντικειμένων αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα.
Αυτό είναι θετικό ως πρόβλεψη. Δεν απαντά, όμως, από μόνο του στο κρίσιμο ερώτημα: με ποιο συγκεκριμένο μηχανισμό, σε ποιο χρονοδιάγραμμα και με ποιες δεσμεύσεις θα επιστραφούν τα υπόλοιπα ελληνικά κειμήλια;
Το ερώτημα που θέτει ο Μητροπολίτης Δράμας
Ο Μητροπολίτης Δωρόθεος το θέτει με διαφορετικό τρόπο: εάν η Ελλάδα παραδώσει τα λείψανα του Σαμουήλ, ποιο ισχυρό κίνητρο θα έχει πλέον η Βουλγαρία για να προχωρήσει σε μεγαλύτερης έκτασης επιστροφές; Η επιστολή του δεν αμφισβητεί την αξία των 48 κειμηλίων που επιστρέφονται. Αμφισβητεί την αναλογία της ανταλλαγής και κυρίως τη στρατηγική επιλογή της Αθήνας. Υποστηρίζει ότι η Ελλάδα παραδίδει το αντικείμενο που η άλλη πλευρά επιθυμούσε περισσότερο, ενώ μεγάλο μέρος των ελληνικών διεκδικήσεων παραμένει ανοικτό.
Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί μόνο με το επιχείρημα της «ιστορικής υποχρέωσης». Εάν η συμφωνία αποτελεί μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει με σαφήνεια ποιο είναι το επόμενο βήμα.
Και οι Έλληνες στρατιωτικοί;
Στην ίδια κατηγορία των εκκρεμοτήτων που έχουν κατά καιρούς τεθεί από την ελληνική πλευρά περιλαμβάνεται και το ζήτημα των Ελλήνων στρατιωτικών που έχασαν τη ζωή τους στη Βουλγαρία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, καθώς και η δημιουργία στρατιωτικού κοιμητηρίου για τους Έλληνες πεσόντες.
Ειδικά το ζήτημα των λειψάνων των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον σε μια συνολική πολιτική συμφωνία ιστορικής μνήμης. Εφόσον η Αθήνα επιδιώκει μια νέα σελίδα στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, η προστασία της μνήμης και η αξιοπρεπής ταφή των Ελλήνων πεσόντων θα μπορούσε να αποτελέσει αναπόσπαστο τμήμα μιας τέτοιας πολιτικής.
Το θεσμικό ζήτημα: έπρεπε να περάσει από τη Βουλή;
Ένα ακόμη ζήτημα που χρήζει απάντησης αφορά τον τρόπο με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή η συμφωνία. Το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει ότι οι διεθνείς συνθήκες δεν αντιμετωπίζονται όλες με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 2, συγκεκριμένες κατηγορίες συνθηκών, καθώς και όσες περιέχουν παραχωρήσεις για τις οποίες απαιτείται νόμος ή επιβαρύνουν ατομικά τους Έλληνες, δεν ισχύουν χωρίς τυπικό νόμο που τις κυρώνει. Παράλληλα, το άρθρο 28 παρ. 1 προβλέπει ότι οι διεθνείς συμβάσεις, μετά την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, αποτελούν μέρος του εσωτερικού δικαίου.
Άρα το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς εάν η κυβέρνηση «ενημέρωσε» ή όχι τη Βουλή. Είναι ποιος ακριβώς είναι ο νομικός χαρακτήρας του Μνημονίου Κατανόησης και των πρωτοκόλλων που υπεγράφησαν, ποιες δεσμεύσεις δημιουργούν για το ελληνικό κράτος και εάν, με βάση το περιεχόμενό τους, απαιτείται προηγούμενη ή μεταγενέστερη νομοθετική κύρωση. Η πρακτική της Βουλής δείχνει ότι διεθνή Μνημόνια Κατανόησης και διμερείς συμφωνίες που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 36 παρ. 2 κυρώνονται με νόμο.
Εάν, επομένως, η συγκεκριμένη συμφωνία παράγει δεσμεύσεις που εμπίπτουν στις συνταγματικά προβλεπόμενες κατηγορίες, η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει δημόσια ποια διαδικασία κύρωσης ακολουθείται. Και εφόσον υπάρχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις που απαιτούν νομοθετική ρύθμιση, τίθεται και το ζήτημα της έκθεσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 75 του Συντάγματος για νομοσχέδια που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού.
Δεν πρόκειται για τυπική λεπτομέρεια. Μια συμφωνία που αφορά πολιτιστική κληρονομιά, ανθρώπινα λείψανα και ιστορικές διεκδικήσεις δύο κρατών απαιτεί πλήρη θεσμική διαφάνεια.
Το πραγματικό διακύβευμα
Η Ελλάδα δεν χάνει επειδή επέστρεψε τα λείψανα ενός ιστορικού προσώπου στη χώρα με την οποία συνδέεται ιστορικά. Η επιστροφή ανθρωπίνων λειψάνων, όταν γίνεται με σεβασμό και στο πλαίσιο μιας διακρατικής συμφωνίας, μπορεί να αποτελέσει πράξη πολιτισμού και καλής γειτονίας.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό: τι εξασφάλισε η Ελλάδα ως αντάλλαγμα και τι μηχανισμό δημιούργησε για να πάρει πίσω όλα όσα δικαιούται να διεκδικεί;
Οι 48 αριθμοί καταλόγου που αντιστοιχούν σε 53 αντικείμενα είναι σημαντική επιστροφή, αλλά δεν εξαντλούν τις ελληνικές διεκδικήσεις. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Εάν ο Σαμουήλ ήταν πράγματι το ισχυρότερο διαπραγματευτικό χαρτί της Αθήνας, η παράδοσή του θα έπρεπε να συνοδεύεται από συγκεκριμένες, μετρήσιμες και δεσμευτικές εγγυήσεις για την επιστροφή και των υπόλοιπων ελληνικών θησαυρών. Διαφορετικά, η Ελλάδα κινδυνεύει να βρεθεί σε μια νέα διαπραγματευτική πραγματικότητα: η Βουλγαρία έχει πλέον αποκτήσει αυτό που ζητούσε επί δεκαετίες, ενώ η Αθήνα συνεχίζει να διεκδικεί όσα θεωρεί ότι της ανήκουν.
Η κυβέρνηση έχει, συνεπώς, μια κρίσιμη υποχρέωση: να δημοσιοποιήσει το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας και να εξηγήσει με ποιον τρόπο διασφαλίζεται η επόμενη φάση των επιστροφών. Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν ο Σαμουήλ θα επιστρέψει στη Βουλγαρία. Αυτό ήδη συνέβη.Το ερώτημα είναι τι ακριβώς πήρε η Ελλάδα σε αντάλλαγμα και, κυρίως, τι έχει εξασφαλίσει για την επόμενη ημέρα.


