Στη μνήμη του Αγίου Προκοπίου του Μεγαλομάρτυρα, η Εκκλησία ορίζει μια σειρά από ευαγγελικές περικοπές που αντλούνται από το κατά Λουκάν.
Δεν πρόκειται για ένα απλό ανάγνωσμα ρουτίνας, αλλά για ένα πυκνό μήνυμα που αποκαλύπτει πώς η θεία χάρη καταργεί κάθε αντίθετη δύναμη – είτε αυτή λέγεται σωματική ασθένεια, δαιμονική ενέργεια ή ανθρώπινη πονηρία.
Η πρώτη ενότητα (Λουκ. 6, 7-19) μάς μεταφέρει σε ένα Σάββατο μέσα στη συναγωγή. Οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι παρακολουθούν στενά τον Ιησού, όχι για να ωφεληθούν από τη διδασκαλία Του αλλά για να βρουν αφορμή να Τον κατηγορήσουν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας άνθρωπος με παράλυτο χέρι. Ο Χριστός, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, δεν διστάζει. Λέει στον άνθρωπο να σηκωθεί και να σταθεί στη μέση. Κι έπειτα θέτει ένα ερώτημα που απογυμνώνει την υποκρισία: «Τι επιτρέπεται να κάνει κανείς το Σάββατο; Να ευεργετήσει ή να βλάψει; Να σώσει μια ζωή ή να την αφήσει να χαθεί;» Κανείς δεν αποκρίνεται. Τότε ο Κύριος προστάζει τον άνθρωπο να απλώσει το χέρι του. Εκείνος το κάνει, και το χέρι αποκαθίσταται αμέσως, υγιές σαν το άλλο. Αντί για θαυμασμό, οι Φαρισαίοι γεμίζουν από μια ανεξήγητη τύφλωση και αρχίζουν να συζητούν τι θα μπορούσαν να κάνουν εναντίον Του.
Το επεισόδιο αυτό δείχνει κάτι βαθύτερο από μια απλή θεραπεία. Ο Χριστός δεν παραβαίνει το Σάββατο – αποκαλύπτει το αληθινό του νόημα. Το Σάββατο είναι ευκαιρία αγαθοποιίας και σωτηρίας, όχι μια στεγνή νομική διάταξη. Η ξηρά χείρ συμβολίζει την παράλυτη ανθρώπινη ύπαρξη, που περιμένει τον δημιουργικό λόγο του Θεού για να ζωντανέψει.
Αμέσως μετά, ο Ευαγγελιστής Λουκάς καταγράφει μια ολόκληρη νύχτα προσευχής του Ιησού στο βουνό. Όταν ξημέρωσε, κάλεσε τους μαθητές Του και διάλεξε δώδεκα, ονομάζοντάς τους Αποστόλους: τον Σίμωνα που μετονόμασε σε Πέτρο, τον Ανδρέα, τον Ιάκωβο, τον Ιωάννη, τον Φίλιππο, τον Βαρθολομαίο, τον Ματθαίο, τον Θωμά, τον Ιάκωβο του Αλφαίου, τον Σίμωνα τον Ζηλωτή, τον Ιούδα του Ιακώβου και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, που έμελλε να γίνει προδότης. Κατεβαίνοντας από το βουνό, στάθηκε σε έναν τόπο επίπεδο, όπου είχε συγκεντρωθεί πλήθος από όλη την Ιουδαία, την Ιερουσαλήμ και τα παράλια της Τύρου και της Σιδώνας. Είχαν έρθει για να Τον ακούσουν και να γιατρευτούν από τις αρρώστιες τους. Ανάμεσά τους και άνθρωποι βασανισμένοι από ακάθαρτα πνεύματα, που εύρισκαν θεραπεία. Το πλήθος προσπαθούσε να Τον αγγίξει, γιατί μια ανεξήγητη δύναμη έβγαινε από μέσα Του και γιάτρευε τους πάντες – όσους πλησίαζαν με πίστη.
Η δεύτερη σύντομη περικοπή (Λουκ. 9, 1) έρχεται σαν επιστέγασμα. Ο Ιησούς καλεί τους δώδεκα και τους δίνει δύναμη και εξουσία πάνω σε όλα τα δαιμόνια, καθώς και το χάρισμα να θεραπεύουν ασθένειες. Δεν τους στέλνει απροετοίμαστους στον κόσμο· τους καθιστά φορείς της δικής Του εξουσίας. Αυτό που έκανε Εκείνος μπροστά στα μάτια τους, τώρα το εμπιστεύεται σε εκείνους. Είναι η ίδια εξουσία που θα φανερωθεί αργότερα στη ζωή και το μαρτύριο αγίων σαν τον Προκόπιο, που με τη δύναμη του Χριστού νίκησαν τον πόνο και τον ίδιο τον διάβολο.
Η τρίτη και τελευταία περικοπή (Λουκ. 10, 16-22) ανοίγει τον ορίζοντα ακόμα περισσότερο. Ο Χριστός λέει στους μαθητές Του: «Εκείνος που ακούει εσάς, ακούει εμένα· κι εκείνος που σας απορρίπτει, απορρίπτει εμένα και τον Πατέρα που με έστειλε». Οι εβδομήντα μαθητές επιστρέφουν από την αποστολή τους γεμάτοι χαρά, αναφωνώντας ότι και τα δαιμόνια υποτάσσονται στο όνομα του Ιησού. Και τότε Εκείνος τους αποκαλύπτει μια βαθύτερη πραγματικότητα: «Έβλεπα τον σατανά να γκρεμίζεται σαν αστραπή από τον ουρανό». Τους χαρίζει εξουσία να πατούν πάνω σε φίδια και σκορπιούς, πάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, και τίποτε δεν θα τους βλάψει. Κι όμως, ο Κύριος τούς καλεί να μη χαίρονται τόσο που τα πονηρά πνεύματα τούς υποτάσσονται, όσο για κάτι πολύ μεγαλύτερο: ότι τα ονόματά τους είναι γραμμένα στους ουρανούς.
Στο σημείο αυτό, ο Ιησούς ξεσπά σε ευχαριστία προς τον Πατέρα, αναγνωρίζοντας ότι οι υψηλές αλήθειες της πίστης αποκαλύφθηκαν στους απλούς και ταπεινούς, στους νηπίους κατά κόσμον, και όχι στους κατά κόσμον σοφούς. Έτσι ευδόκησε ο Θεός. Και έπειτα στρέφεται προς τους μαθητές και ομολογεί: «Όλα μου παραδόθηκαν από τον Πατέρα μου». Κανείς δεν γνωρίζει ποιος είναι ο Υιός παρά μόνο ο Πατέρας, και ποιος είναι ο Πατέρας παρά μόνο ο Υιός και εκείνος στον οποίο ο Υιός επιλέγει να Τον αποκαλύψει.
Αυτές οι περικοπές, τοποθετημένες στον εορτασμό ενός Μεγαλομάρτυρα, φωτίζουν την πηγή του μαρτυρικού φρονήματος. Ο Άγιος Προκόπιος δεν αντιμετώπισε απλώς ανθρώπινους δικαστές και βασανιστήρια· πάλεψε με τις δυνάμεις του σκότους. Και νίκησε, όχι με δική του δύναμη αλλά με την εξουσία που ο Χριστός εμπιστεύεται σε όσους Τον ακολουθούν. Η ξηρά χείρ που αποκαθίσταται, τα δαιμόνια που υποχωρούν, τα ονόματα που γράφονται στον ουρανό: όλα μαρτυρούν το ίδιο πράγμα. Η βασιλεία του Θεού είναι παρούσα, και η δύναμή της δίνεται στους ανθρώπους για να γίνουν μάρτυρες με τη διπλή έννοια – άνθρωποι που δίνουν τη μαρτυρία της αλήθειας, ακόμα κι αν αυτό κοστίζει τη ζωή τους

