Γι’ αυτό και ο Κύριος παρομοίασε το θεανδρικό σώμα του με τον κόκκο του σιταριού, λέγοντας στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (12,24): «Εάν ο κόκκος του σιταριού που πέφτει στη γη δεν πεθάνει, μένει μόνος· αν όμως πεθάνει, φέρνει πολύ καρπό».
Παρόμοια διδάσκει και ο μακάριος Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή: «Εκείνο που σπέρνεις δεν ζωοποιείται, αν πρώτα δεν πεθάνει». Το σιτάρι θάβεται στη γη, αποσυντίθεται και, μέσα από αυτή τη φαινομενική νέκρωση, βλαστάνει και καρποφορεί. Με τον ίδιο τρόπο ο Απόστολος παρομοιάζει το ανθρώπινο σώμα με τον σπόρο του σιταριού.
Όπως ο σπόρος, αφού θαφτεί στη γη, «πεθαίνει» για να αναδυθεί στη συνέχεια ως νέο φυτό με στάχυ και καρπό, πιο πλούσιο και ωραιότερο από πριν, έτσι και ο άνθρωπος, αφού πεθάνει και ταφεί, θα αναστηθεί κατά την κοινή Ανάσταση με νέο, άφθαρτο και δοξασμένο σώμα, απαλλαγμένο από τις φθορές και τις ανάγκες της παρούσας ζωής.
Γι’ αυτό τα κόλλυβα προσφέρονται στην Εκκλησία κατά τα μνημόσυνα και τα Ψυχοσάββατα. Η χρήση του βρασμένου σιταριού δεν είναι τυχαία, αλλά βαθιά συμβολική. Το σιτάρι συμβολίζει τον θάνατο, την ταφή και την ανάσταση των σωμάτων, σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Ο άνθρωπος επιστρέφει μετά τον θάνατο «εις τα εξ ων συνετέθη», όμως με τη δύναμη του Θεού θα αναστηθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία με σώμα άφθαρτο και αιώνιο, όπως ο σπόρος που βλαστάνει σε νέα ζωή.
Στο τέλος του μνημοσύνου ψάλλεται τρεις φορές το «Αιωνία η μνήμη». Η ευχή αυτή εκφράζει τη δέηση της Εκκλησίας να διατηρείται αιώνια η μνήμη του κεκοιμημένου ενώπιον του Θεού. Διότι, καθώς περνούν τα χρόνια, οι γενιές διαδέχονται η μία την άλλη και ίσως κάποτε να μη μείνει κανείς για να τελεί μνημόσυνα. Η Εκκλησία, λοιπόν, προσεύχεται ώστε η μνήμη του ανθρώπου να παραμένει ζωντανή στην αιωνιότητα και μέχρι την ημέρα της κοινής Αναστάσεως.

