Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συγκαταλέγεται στις εμβληματικότερες μορφές της νεοελληνικής γραμματείας. Διηγηματογράφος, ποιητής, δημοσιογράφος και μεταφραστής, άφησε πίσω του ένα έργο που καθόρισε την εξέλιξη της ελληνικής πεζογραφίας.
Γεννημένος στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου 1851, μεγάλωσε σε βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον, ως γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Γκιουλώς Μοραΐτη. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Σκιάθο και στη Σκόπελο, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στη Χαλκίδα, στον Πειραιά και τελικά στην Αθήνα, στο Βαρβάκειο. Το 1874 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Η ζωή του υπήρξε λιτή, σχεδόν ασκητική. Στα νεανικά του χρόνια επισκέφθηκε το Άγιο Όρος, εμπειρία που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη θρησκευτική του ευαισθησία. Για μεγάλο διάστημα υπήρξε ψάλτης στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, ενώ η μελέτη εκκλησιαστικών βιβλίων παρέμεινε σταθερή πνευματική του αναφορά.
Επαγγελματικά, στράφηκε νωρίς στη δημοσιογραφία και στη μετάφραση, μεταφέροντας στα ελληνικά έργα από την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα, τις οποίες είχε διδαχθεί αυτοδίδακτα. Τα πρώτα του λογοτεχνικά βήματα έγιναν με ιστορικά μυθιστορήματα, όπως «Η Μετανάστις», «Οι Έμποροι των Εθνών» και «Η Γυφτοπούλα». Ωστόσο, σύντομα βρήκε την αυθεντική του φωνή στο διήγημα.
Από το 1885 και έπειτα αφιερώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στη μικρή φόρμα, δημιουργώντας αριστουργήματα όπως «Η Φόνισσα», «Η Νοσταλγός», «Το μοιρολόγι της φώκιας», «Στο Χριστό στο κάστρο» και δεκάδες ακόμη χριστουγεννιάτικα και πασχαλινά διηγήματα. Το έργο του, με φόντο τη Σκιάθο και τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας, εντάσσεται στην ηθογραφία, αλλά υπερβαίνει τα όριά της: δεν καταγράφει απλώς ήθη και έθιμα, διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή, αποτυπώνοντας τον πόνο, τη νοσταλγία, την πίστη και τη μοναξιά.

Η γλώσσα του, ιδιότυπη και επηρεασμένη από τη λειτουργική παράδοση, συνδυάζει καθαρεύουσα, δημοτική και εκκλησιαστικό ιδίωμα, δημιουργώντας ένα μοναδικό υφολογικό κράμα. Στο έργο του διαχέονται η βαθιά θρησκευτικότητα, η λατρεία της φύσης και μια λεπτή, βυζαντινή μουσικότητα.
Το μέγεθος της προσφοράς του αναγνωρίστηκε από κορυφαίες πνευματικές μορφές. Ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης τον κατέταξε στους σπουδαιότερους πεζογράφους της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, υπογραμμίζοντας τη μοναδικότητά του.
Ο Παπαδιαμάντης πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, όμως λίγο πριν από τον θάνατό του επέστρεψε στη γενέτειρά του. Πέθανε από πνευμονία στη Σκιάθο, στις 3 Ιανουαρίου 1911, αφήνοντας πίσω του ένα έργο που παραμένει ζωντανό και διαρκώς επίκαιρο, περισσότερο από έναν αιώνα μετά.

