Η 29η Μαΐου 1453 έμελλε να σηματοδοτήσει το δραματικό τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και να χαράξει την απαρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου, με την άνοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η Κωνσταντινούπολη, επί χιλιετίες πολιτικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό κέντρο της Ορθοδοξίας, υπέκυψε τελικά στην οθωμανική πολεμική μηχανή, έπειτα από μία πολιορκία 53 ημερών.
Εσωτερικές διαμάχες και εχθροί εντός και εκτός
Το Βυζάντιο βρισκόταν ήδη σε βαθιά παρακμή. Θρησκευτικές έριδες, έντονες εσωτερικές συγκρούσεις, η μακροχρόνια υπονόμευση από τις σταυροφορίες και η επιβολή φεουδαρχικών δομών είχαν αποδυναμώσει δραματικά το κράτος. Η κοινωνία ήταν διχασμένη ανάμεσα στους «Ενωτικούς» και τους «Ανθενωτικούς» – με την πρώτη ομάδα να επιδιώκει συμφιλίωση με τη Δύση και ένωση των Εκκλησιών, και τη δεύτερη να αντιστέκεται σθεναρά στην οποιαδήποτε προσέγγιση με τους Καθολικούς.

Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, αντιλαμβανόμενος την επερχόμενη απειλή, επιδίωξε βοήθεια από τη Δύση. Ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ ανταποκρίθηκε με όρους: απαίτησε την ένωση των Εκκλησιών. Παρά τις αντιδράσεις του λαού, απεσταλμένοι του Πάπα τέλεσαν λειτουργία στην Αγία Σοφία, προκαλώντας αντιδράσεις και νέες εντάσεις.
Η δυσαρέσκεια για τους Λατίνους δεν περιοριζόταν σε θρησκευτικό επίπεδο. Η μνήμη της λεηλασίας της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204 και η οικονομική κυριαρχία των Βενετών και Γενουατών είχαν τραυματίσει βαθιά τον λαό. Σε αντίθεση, αρκετοί χριστιανοί θεωρούσαν πλέον τους Οθωμανούς ως λιγότερο καταπιεστικούς, όπως αποτυπώνεται στην εμβληματική φράση του Λουκά Νοταρά:
«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».
Η πολιορκία και η πτώση
Από τις αρχές του 1453, ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ προετοιμαζόταν συστηματικά για την κατάληψη της Πόλης. Από την Ανδριανούπολη συγκέντρωσε έναν στρατό 150.000 ανδρών και στόλο 400 πλοίων. Η υπεροχή του σε πυροβολικό, ιδίως με το τεράστιο κανόνι που κατασκεύασαν δυτικοί τεχνίτες, άλλαξε τα δεδομένα στην ιστορία των πολιορκιών.
Στις 7 Απριλίου 1453, η πολιορκία ξεκίνησε επίσημα. Οι Βυζαντινοί, με μόλις 7.000 μαχητές, ανάμεσά τους και ξένοι μισθοφόροι, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μία συντριπτικά ανώτερη δύναμη. Παρά την αντοχή των περίφημων Θεοδοσιανών Τειχών, οι συνεχείς κανονιοβολισμοί και οι απώλειες καθιστούσαν την άμυνα όλο και πιο δύσκολη.

Το ηθικό των πολιορκημένων ανέκαμψε στιγμιαία στις 20 Απριλίου, όταν μικρός στόλος ενετικών
πλοίων κατάφερε να διασπάσει τον τουρκικό ναυτικό αποκλεισμό. Όμως η αποφασιστική κίνηση του Μωάμεθ ήρθε λίγες μέρες αργότερα: τη νύχτα 21 προς 22 Απριλίου, οι Οθωμανοί μετέφεραν δια ξηράς 70 πλοία στον Κεράτιο Κόλπο, παρακάμπτοντας την προστατευτική αλυσίδα και αναγκάζοντας τους Βυζαντινούς να διασπάσουν την άμυνά τους.
Η τελική επίθεση δόθηκε το ξημέρωμα της 29ης Μαΐου. Οι οθωμανικές δυνάμεις εισέβαλαν μαζικά στην Πόλη, καταβάλλοντας κάθε αντίσταση. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος πολέμησε μέχρι τέλους και έπεσε επί των τειχών, αρνούμενος να παραδοθεί.
Η επόμενη ημέρα
Η κατάληψη της Πόλης συνοδεύτηκε από εκτεταμένες λεηλασίες και σφαγές. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Μωάμεθ Β΄ εισήλθε στην Αγία Σοφία, προσευχήθηκε και ανακήρυξε την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα του νέου οθωμανικού κράτους. Ο «Πορθητής», όπως έμεινε στην ιστορία, γνώριζε καλά ότι δεν είχε απλώς κατακτήσει μια πόλη, είχε συμβολικά τερματίσει μία ολόκληρη εποχή.
Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης δεν ήταν μόνο η πτώση μιας πόλης, ήταν η μετάβαση από τον Μεσαίωνα στη νεότερη εποχή. Μια πληγή για τον ελληνισμό, αλλά και ένα ορόσημο για την πορεία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας.
