8 Απριλίου 2026
Ιστορία Πολιτισμός

Το σχολείο του δάσους

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

Το σχολείο του δάσους – Η μυθολογία σε παραμύθι

(Σύνδεση με το προηγούμενο:Η Ήρα, που μάλλον διάβασε τη σκέψη του αετού, είπε κάτι ακόμη στην παράξενη γλώσσα της κι αμέσως το σκηνικό άλλαξε).

***

Ξημέρωνε. Ο ήλιος έλαμπε πάνω από τις κορυφές των δέντρων και οι ακτίνες του έπεφταν χρυσαφένιες πάνω στο πρόσωπο του Ηρακλή. Ο ήρωας ξύπνησε τεντώνοντας τα μπράτσα του, κι ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του.

«Μα τι έγινε, φίλε μου; Αισθάνομαι λες και κοιμόμουν χρόνια!», είπε στον αετό γελώντας.

«Μπορεί και να κοιμόσουν χρόνια, άνθρωπέ μου…», απάντησε ο αετός με αινιγματικό βλέμμα και συνέχισε, «Τώρα όμως που ξύπνησες, τι λες να κάνεις;»

«Εσύ τι λες να κάνω;» ρώτησε ο ήρωας.

«Εμένα ρωτάς; Κρίμα που είσαι και ήρωας! Δεν έχεις δική σου γνώμη;», αποκρίθηκε ο αετός φανερά απογοητευμένος.

«Έλα τώρα, που δεν σηκώνεις αστεία! Είπαμε, θα πάω να παρουσιαστώ στον βασιλιά Ευρυσθέα.»

«Για ποιο λόγο;», ξαναρώτησε ο αετός μισοχαμογελώντας.

«Γιατί θέλω να πάω εκεί!»

«Και γιατί όχι κάτω, στη Χώρα; Οι άνθρωποι, άμα σε δουν με τη λεοντή, θα σε θαυμάσουν για τη δύναμή σου και θα σε προσκυνήσουν σαν άρχοντα. Θα έχεις ό,τι τραβάει η ψυχή σου και θα ζεις βασιλικά. Τι λες; Πάμε;», επέμεινε ο αετός.

Ο Ηρακλής τον κοίταξε σαστισμένος, σαν να τον έβλεπε πρώτη φορά.
«Είσαι καλά; Μήπως χάλασε το μυαλό σου;», είπε μισογελώντας.

«Γιατί; Πού είναι το λάθος;», έκανε τάχα απορημένος ο αετός.

«Ρε φίλε, θα ντρέπομαι! Εγώ και μόνο ο εαυτούλης μου; Εγώ και η ζωούλα μου;»

«Γιατί; Τι άλλο υπάρχει πέρα από τον εαυτούλη σου;», ρώτησε ο αετός, προσποιούμενος αθωότητα.

«Υπάρχουν και οι άλλοι! Αφού μπορώ και έχω τη δύναμη, δεν θα βοηθήσω να καλυτερέψει κι η δική τους ζωή;»

«Ζήτωωω! Ο Ηρακλής διάλεξε πια τον δρόμο της Αρετήής!», φώναξε ο αετός και η φωνή του αντήχησε σε όλο το δάσος.

«Ποιος φωνάζει;», ρώτησε μια χελώνα κάτω από τους θάμνους.

«Ποια είναι η Αρετή;», ρώτησε ένας δρυοκολάπτης, σταματώντας για λίγο τα χτυπήματά του στον κορμό του κοντινού δέντρου.

«Τι άλλο θα μπορούσε να διαλέξει;», έκανε η πονηρή αλεπού.

«Τον δρόμο της Κακίας, ανόητη!» απάντησε η κουκουβάγια.

«Της Κακίας; Εκεί που έχεις ό,τι θες και δεν σε νοιάζει κανένας άλλος; Αυτόν θέλω! Πού είναι;», φώναξε το αγριογούρουνο και κυλίστηκε στις λάσπες.

Στο βάθος, πίσω από τα λασπόνερα, φάνηκε μια σαγηνευτική γυναίκα, ντυμένη με φανταχτερά φορέματα.

«Έλα μαζί μου… δεν θα χάσεις!», είπε γλυκά στον Ηρακλή.

«Πήγαινε κοντά της! Μην είσαι χαζός!», γρύλισε το αγριογούρουνο.

Μα ο Ηρακλής γύρισε την πλάτη του στην Κακία.
Στην άλλη άκρη στεκόταν μια λευκοντυμένη κόρη, που τον κοίταζε με μάτια γεμάτα γαλήνη.

«Ποια είσαι;», τη ρώτησε.

«Είμαι η Αρετή. Αν με ακολουθήσεις, ο δρόμος μου δεν θα είναι εύκολος. Θα έχει κόπο, ιδρώτα, και στιγμές που θα νιώθεις μόνος. Μα στο τέλος, η ψυχή σου θα είναι γεμάτη και οι πράξεις σου θα αφήνουν φως πίσω τους.»

Ο Ηρακλής την κοίταξε σιωπηλός. Έπειτα, χαμογέλασε και είπε: «Τον δρόμο σου διαλέγω!»

Η κουκουβάγια φούσκωσε από καμάρι. Τα ζώα και τα πουλιά σταμάτησαν για λίγο ό,τι έκαναν. Ένιωσαν κάτι όμορφο να γεμίζει την καρδιά τους, μα δεν ήξεραν πώς να το ονομάσουν.

Από εκεί και πέρα, τα πράγματα έγιναν δύσκολα. Όχι για τον ήρωα, αλλά για τα ζώα του δάσους, που πάσχιζαν να καταλάβουν τις πράξεις του.

«Για να καταλάβεις τον ήρωα, πρέπει να ’χεις κι εσύ λίγη ψυχή ήρωα. Αλλιώς, σου φαίνεται παράξενος!», εξήγησε η κουκουβάγια ένα βράδυ στον λευκό αετό. Οι δυο τους είχαν γίνει φίλοι και συχνά μιλούσαν όταν έβγαινε η σελήνη στον ουρανό.

«Εγώ ρωτάω την Ήρα και μου εξηγεί όλα όσα δεν χωράει το μυαλό μου», είπε ο αετός με καμάρι.

«Τότε να τη φωνάξουμε, να μας πει τη συνέχεια!», πρότεινε η κουκουβάγια.

Μα πριν τελειώσει η φράση της, η νύχτα γέμισε φως. Η Ήρα εμφανίστηκε στον ουρανό.

«Μη βιάζεστε. Όλα είναι σχεδιασμένα!» είπε, χτυπώντας τις παλάμες της τρεις φορές.

Από το βάθος του δρόμου φάνηκαν επτά γέροντες, με λευκές γενειάδες και μανδύες. Στα χέρια κρατούσαν κυλίνδρους πάπυρου.

«Αυτοί είναι οι σοφοί της χώρας. Θα γράψουν όλα όσα θα γίνουν, για να μη λησμονηθούν», είπε η Ήρα.

«Μπορώ να βοηθήσω;», ρώτησε ο λευκός αετός.

«Και βέβαια. Εσύ θα ’χεις διπλό ρόλο: θα πετάς ως τον Ηρακλή, θα βλέπεις τι καταφέρνει και θα το λες στους σοφούς. Μόλις το γράφουν, θα έρχεσαι σε μένα. Θα σου αποκαλύπτω την αλήθεια πίσω από κάθε ιστορία και εσύ θα την ψιθυρίζεις στον ήρωα την ώρα που κοιμάται, για να γραφτεί βαθιά στην ψυχή του. Έτσι, δεν θα τον σταματούν οι φόβοι του.»

«Όπως το είχαμε σχεδιάσει από την αρχή…», ψιθύρισε ο αετός.

«Ακριβώς», χαμογέλασε η Ήρα.

«Πω, πω! Τι έχουν να δουν τα μάτια μου!», θαύμασε ο αετός και αποχαιρέτησε την κουκουβάγια. Έπρεπε να βιαστεί.

1 <——Προηγούμενο

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!