10 Ιουνίου 2026
Ιστορία Πολιτισμός

Το σχολείο του δάσους

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

4η συνέχεια

Το σχολείο του δάσους – Η μυθολογία σε παραμύθι

(Σύνδεση με το προηγούμενο: Ο αετός κοίταξε την κουκουβάγια σαστισμένος.
” Μπράβο! Της κόβει το μυαλό!” μουρμούρισε και πέταξε προς το βουνό. Είχε δουλειά να κάνει).

Από εκείνη τη μέρα, η γωνιά αυτή της Γης ζωντάνεψε. Στη Μεγάλη Χώρα οι άνθρωποι δεν μιλούσαν πια μόνο για τα νέα του σπιτιού ή της γειτονιάς τους· τώρα οι κουβέντες έφταναν και ως το ψηλό βουνό. Κάποιοι έλεγαν πως είχαν δει τον λευκό αετό να πετάει πάνω από τα σύννεφα, φέρνοντας τα νέα του Ηρακλή. Άλλοι μιλούσαν για τους σοφούς που, μέρα-νύχτα, έγραφαν σπουδαία συγγράμματα. Μερικοί ορκίζονταν πως είχαν δει την ίδια την Ήρα να συνομιλεί με τον αετό, αλλά αυτούς οι περισσότεροι τους κοιτούσαν με μισό χαμόγελο.

“Τι δουλειά έχει η Ήρα με τα πουλιά;”, έλεγαν ειρωνικά.

“Μα δεν είναι τυχαίο πουλί ο αετός-απαντούσαν εκείνοι αγανακτισμένοι- “Πετάει ψηλά, βλέπει τα πάντα σε ουρανό και γη!”

Οι υπόλοιποι κουνούσαν το κεφάλι, μα μέσα τους κάτι ξυπνούσε. Και, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνουν, έκαναν μικρά βηματάκια προς το βουνό. Σιγά-σιγά, κάποιος έφτανε ως την άκρη του δάσους και μετά κάποιος άλλος· ώσπου, με τον καιρό, σχηματίζονταν παρέες που ανέβαιναν ως εκεί, τουλάχιστον τις καλές μέρες. Ξάπλωναν στη σκιά των δέντρων, μύριζαν το άρωμα των φύλλων, ξεκουράζονταν και γελούσαν. Έτσι, το δάσος μπήκε στη ζωή τους σαν χώρος αναψυχής, αλλά και σαν μυστική υπόσχεση από κάποιον που δεν μπορούσαν να πουν ποιος ήταν γιατί δεν τον γνώριζαν.

Η κουκουβάγια, κρυμμένη ψηλά στα κλαριά, τους παρατηρούσε σιωπηλά. Δεν είχε διάθεση να κατέβει· η φασαρία και τα γέλια τους δεν ταίριαζαν με τη φύση της. Προτιμούσε τη σιωπή της, και, ώσπου να ξανάρθει ο αετός, είχε βρει τουλάχιστον μια νέα ασχολία: να παρακολουθεί αυτούς τους παράξενους για εκείνη ανθρώπους.

Περίμενε, λοιπόν, τον αετό, μα είχε καιρό να τον δει. Ο χειμώνας είχε φύγει, η άνοιξη είχε στρώσει το πράσινο παντού. Στο μεταξύ, οι σοφοί είχαν χτίσει μια ξύλινη καλύβα στην καρδιά του δάσους και έμοιαζαν ευτυχισμένοι να περιμένουν νέα του Ηρακλή.

«Ποιος ξέρει πού να βρίσκεται τώρα;» μονολόγησε μια μέρα η κουκουβάγια. Μα πριν τελειώσει τη σκέψη της, άκουσε καλπασμό. Σήκωσε τα μάτια και, λίγο πιο πέρα, φάνηκε πρώτα ο αετός —κουρασμένος— και πίσω του ο Ηρακλής, καβάλα σ’ ένα δυνατό άλογο. Με μια απότομη κίνηση τράβηξε τα χαλινάρια, ξεπέζεψε και φώναξε:

“Υπάρχει κανείς να μου πει πού βρίσκομαι; Χάθηκα!”

Δεν πρόλαβε να τελειώσει και, σαν να άνοιξαν οι ουρανοί, η Ήρα παρουσιάστηκε μπροστά του.

“Πίσω μου, θεά! αγρίεψε εκείνος. Δε θέλω ούτε να σε βλέπω!”

“Γιατί, παιδί μου; Τι συνέβη;”, ρώτησε ήρεμα η Ήρα.

“Συνέβη αυτό που ήθελες! Ξεθεώθηκα στη δουλειά, κατάφερα το ακατόρθωτο! Πού είναι η αναγνώριση; Πού το χειροκρότημα; Αντί γι’ αυτό, έχω ένα χαζοπούλι πάνω από το κεφάλι μου και κάτι γέρους που γράφουν… Τι γράφουν; Τον επικήδειό μου;”

“Ωχ, δεν πάμε καλά…”, μουρμούρισε ο αετός και κρύφτηκε πίσω από την Ήρα.

“Ηρακλή, γύρνα γρήγορα στις δουλειές σου”, διέταξε η θεά.

“Δεν πάω πουθενά!”, απάντησε εκείνος πεισματικά.

Τότε η Ήρα σήκωσε ψηλά το χέρι, κρατώντας το κοφτερό ξίφος του Ερμή. Μ’ ένα άγγιγμα στο κεφάλι του, ο Ηρακλής λύγισε στα γόνατα. Προσπάθησε να σηκωθεί, μα ξανάπεσε. Το ίδιο και ξανά, ώσπου έμεινε να σέρνεται στο χώμα.

“Βοήθεια! Χάνομαι!”- φώναξε, και γύρισε το βλέμμα στον αετό. -” Σε παρακαλώ… κάνε κάτι για μένα!”

“Δεν έλεγες ότι ήμουν το χαζοπούλι;”- απάντησε ο αετός πικρά.

“Ήσουν ο πιο πιστός μου φίλος. Σε πρόδωσα, όπως πρόδωσα και την Ήρα”- παραδέχτηκε ο Ηρακλής και συμπλήρωσε-” Τώρα… βοήθησέ με να σωθώ”.

3 <——Προηγούμενο

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!

Γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1984, όπου τελείωσε το λύκειο. Συνέχισε τις σπουδές του Θεσσαλονίκη στον τομέα της Πληροφορικής και των Δικτύων και ασχολήθηκε παράλληλα με τον κλασικό αθλητισμό. Αργότερα εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, πέρασε από πολλά στάδια στην Ελλάδα, ασχολούμενος με τα κοινά και τα πολιτιστικά, ωστόσο μεγάλος έρωτας και μικρόβιο φυσικά πάντα παραμένει ο στίβος και η ενασχόλησή του με τα διοικητικά αυτού. Πλέον είναι για πάνω από μία δεκαετία κάτοικος του εξωτερικού, καθώς ζει και εργάζεται στην Γερμανία. Είναι ένας περήφανος πατέρας δύο παιδιών, ενός αγοριού και ενός κοριτσιού. Ένας άνθρωπος που όσο βρισκόταν στην μητέρα πατρίδα είχε εμπλακεί με πολλές δραστηριότητες. Ένα ανήσυχο πνεύμα που θέλει να εξερευνά νέα πράγματα, του αρέσει να ασχολείται με τα κοινά και προσπαθεί να κάνει έναν κόσμο καλύτερο. Θεωρεί τον εαυτό του άνθρωπο διορατικό, με οξυδέρκεια, με μεγάλη δόση αυτοσαρκασμού και αυτοκριτικής. Πλέον ως κάτοικος του εξωτερικού, οι σκέψεις, οι αντιλήψεις, οι ιδέες και τα όνειρα για το μέλλον έχουν μεγαλώσει κι εξελιχθεί. Η διαβίωση στο εξωτερικό μεγάλωσε την επιθυμία ανάδειξης του απόδημου Ελληνισμού, καθώς πριν ακόμη μεταναστεύσει, ήταν περήφανος για όλους τους Έλληνες της διασποράς. Ο ίδιος θέλει να αναδείξει με όποιον τρόπο μπορεί την ύπαρξη του Ελληνισμού στα πέρατα του κόσμου, και να τον μεταφέρει στην μητέρα πατρίδα. Η αρθρογραφία, τα ρεπορτάζ, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές είναι ένα κομμάτι του εαυτού του πλέον, το οποίο δεν μπορεί να αποχωριστεί, και μέσα από αυτό το κομμάτι προσπαθεί να μεταφέρει την ύπαρξη της διασποράς στην Ελλάδα, αλλά και όλα τα καλά της πατρίδας προς όλους στην διασπορά. Ελπίζει και προσπαθεί να το κάνει καλά!!!