Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
6η συνέχεια
(Σύνδεση με το προηγούμενο:’Ένα σχολείο δεν οργανώνεται εύκολα. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται να έχει τα ζώα για μαθητές και να βρίσκεται μέσα σε ένα δάσος. Η ελπίδα μας είναι η θεά Ήρα που μοιράζει ρόλους και αναθέτει ευθύνες. Όμως…πώς θα τα βγάλει πέρα έχοντας για συνεργάτες τον αετό και την κουκουβάγια, που άρχισαν τις κόντρες μεταξύ τους! Και…γιατί, άραγε; )
Η Ήρα δεν απάντησε ( στον αετό). Του γύρισε την πλάτη κι εξαφανίστηκε μέσα στα σύννεφα.
«Μου σπάει τα νεύρα όταν μου γυρίζει την πλάτη! Έτσι μου ‘ρχεται να την παρατήσω και να βρει άλλο κορόιδο να πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε ουρανό και γη!» γκρίνιαξε εκείνος, κι όρμησε αγριεμένος κατά το δάσος.
«Πού είσαι, εσύ, εγκέφαλε του δάσους; Πάλι αναλύεις τη σκουληκομυρμηγκότρυπα;» φώναξε δυνατά προς την κουκουβάγια και το καταευχαριστήθηκε. Δεν άργησε να την δει να βγαίνει αργά μέσα από τα πυκνά φυλλώματα, φαινομενικά υποταγμένη μπροστά του.
«Εμπρός, μαρς! Όταν λέμε κάτι, να γίνεται, όχι να πιάνει αράχνες!»
Η κουκουβάγια τον κοίταξε ατάραχη.
«Τι με κοιτάς, διευθύντρια των σπουδών; Δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω;»
«Όχι, δεν καταλαβαίνω. Εγώ είμαι εδώ. Οι μαθητές μου πού είναι; Εσύ μου τους έταξες», είπε ήρεμα.
«Κι εγώ πρέπει να σου τους φέρω; Αυτό μας λες, με άλλα λόγια;»
«Ναι», απάντησε εκείνη, αφήνοντας τα μεγάλα της μάτια να κοιτάζουν μακριά στον ορίζοντα.
«Αμάν! Πάλι συλλογίζεται! Θα σκουριάσουμε!» ούρλιαξε ο αετός και όρμησε στα δέντρα, χτυπώντας σχεδόν τα φτερά του στα χαμηλά κλαδιά. Επιτέλους, βρήκε έναν μεγάλο βράχο. Στάθηκε στην κορυφή και χτύπησε ρυθμικά τις φτερούγες του.
«Τοκ! Τοκ! Τοκ! Αξιότιμοι πολίτες του δάσους! Από τώρα και πέρα η ευκαιρία της εξέλιξής σας βρίσκεται κάτω από τα πόδια σας! Το ακούσατε καλά;»
Ξαναχτύπησε ρυθμικά: «Τοκ! Τοκ! Τοκ!»
Μα δεν φαινόταν κανείς τριγύρω.
«Περίεργο… Κανένας δεν ενδιαφέρεται για την ευκαιρία που τους προσφέρουμε;» σκέφτηκε απογοητευμένος.
«Αξιότιμοι πολίτες του δάσους!» ξαναφώναξε. Σιωπή. Το δάσος έμοιαζε απολιθωμένο. Ως και οι φτερούγες του πήραν να μουδιάζουν.
«Ε, αυτό πάει πολύ! Δεν θα με κάνετε σαν τα μούτρα σας!» φώναξε, τίναξε δυνατά τα φτερά του και πέταξε κάτω από το δέντρο της κουκουβάγιας.
«Άκου, φιλενάδα! Κατέβα να σου πω το σχέδιο!»
Η κουκουβάγια έγειρε το κεφάλι. «Ακούω!»
«Εσύ, κάθε πρωί, θα κάνεις αυτό που σου είπα. Θα εξηγείς τα νοήματα… Μακάρι να μην έρθει κανένας!»
«Και ποιος θα με ακούει;»
«Κανένας! Δεν άκουσες; Θα τα λες στον αέρα!»
«Στον αέρα;» είπε απογοητευμένη η κουκουβάγια.
«Δικά μας δεν είναι; Ό,τι θέλουμε τα κάνουμε! Θα τα λες στον αέρα… και πού ξέρεις; Μπορεί με τον καιρό τα δέντρα να γίνουν φιλόσοφοι!» είπε ο αετός και χτύπησε το ράμφος του στο βράχο.
«Ο καημένος… είναι πολύ στενοχωρημένος και δεν το δείχνει…» ψιθύρισε η κουκουβάγια και πέταξε στο πιο ψηλό κλαδί της βελανιδιάς.
«Από δω πάνω θα τα λέω!» δήλωσε αποφασιστικά.
«Καλά λες! Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο καλά. Να μην ακούνε τίποτα οι κουφιοκέφαλοι!» συμφώνησε πεισμωμένος ο αετός και την κοίταξε με μια δόση συμπάθειας.
Έτσι άνοιξε το «Σχολείο του Δάσους».
Οι σοφοί, ειδοποιημένοι από τον αετό, μετακόμισαν κάτω από τη μεγάλη βελανιδιά. Με σοβαρότητα και προσοχή κατέγραφαν σε παπύρους όσα έπρεπε να γραφτούν.
Η Ήρα, ο αετός και ο Ηρακλής συνέχιζαν την αθόρυβη συνεργασία τους. Η κουκουβάγια εξηγούσε με χαρά σε όποιον ήθελε να ακούσει, κι οι κάτοικοι του δάσους σιγά-σιγά συνήθισαν την παρουσία αυτού του νέου πράγματος στη ζωή τους.

