20 Απριλίου 2026
Λογοτεχνία

Άγνωστες λέξεις της ζωής

Γράφει η *Μαίρη Μάκρα

27η συνέχεια

(Σύνδεση με το θέμα:Η μητέρα με τα “κοινά”, ο πατέρας με τα φίδια , το λεωφορείο, ο αστυνόμος…και μαζί το “αμίλητο νερό”, όλα μαζί μας κάνουν μια ολόκληρη ζωή ή όχι;)

Η μητέρα θα γίνει πρόεδρος του χωριού — δεν υπάρχει αμφιβολία! Την έχουμε χάσει. «Ασχολείται με τα κοινά», όπως μου εξήγησε ο πατέρας.

Μαθαίνει στις γυναίκες του χωριού καινούργιες συνταγές για γλυκά, για χυλοπίτες, κι ακούει τα παράπονα και τις πίκρες τους. Ανακατεύεται στα συνοικέσια, έτσι για να πει τον καλό τον λόγο· και βάζει το χεράκι της για να συμφιλιωθεί καμιά νύφη με την πεθερά ή καμιά παντρεμένη με τον άντρα της.

«Ή θα σε δείρουν όλοι μαζί ή θα σε ψηφίσουν για πρόεδρο», σχολίασε μια φορά ο πατέρας, και την άφησε στην ησυχία της. Εκείνος έχει άλλες δουλειές.

Αποφάσισε να αποκτήσουμε κότες, να έχουμε δική μας κατσίκα. Μας εξήγησε και την απόφασή του: «Τα αυγά και το γάλα κοστίζουν χρήματα. Τα έχουν ανάγκη οι άνθρωποι του χωριού. Δουλεύουν σκληρά για κάθε κιλό γάλα ή κάθε κιλό τυρί που φέρνουν δώρο στον δάσκαλο. Τέρμα, λοιπόν, στα δώρα!»

«Δεν θα δεχτούμε τίποτε, επειδή σεβόμαστε τον κόπο σας», τους είπε. Μα δεν τον άκουσαν. Το δέχτηκαν μόνο από τη στιγμή που αποκτήσαμε τις δικές μας κότες, την κατσίκα μας, τα παπάκια μας, τα κουνελάκια μας — κι ένα μεγάλο φίδι.

Τεράστιο! Το βρήκε ο πατέρας ξαπλωμένο, φαρδύ-πλατύ, μέσα στο κοτέτσι. Το σκότωσε μ’ ένα μεγάλο ξύλο.

Από τότε, η Φώτο προσέχει πολύ όταν πλησιάζει στο κοτέτσι μας. Είναι χτισμένο στο οικόπεδό της. Τον τόπο για το «βιός» μας, μας τον έκανε δώρο ο πατέρας της, για όσο καιρό θέλαμε. Άδειο οικόπεδο ήταν — έτσι κι αλλιώς.

“Μερικές φορές, για να κάνεις “βιός”, χρειάζεται λίγο θάρρος, λίγη καλοσύνη… κι ένα γερό ξύλο για τα φίδια που χώνονται εκεί που δεν πρέπει”, μου είχε πει τότε ο πατέρας, χαμογελώντας μου.

Λοιπόν, θα πρέπει μάλλον να είμαστε πλούσιοι. Δεν έχουμε πολλά λεφτά, αλλά δεν μας λείπει τίποτα. Ο μισθός του πατέρα είναι μικρός, όμως έχουμε και του «πουλιού το γάλα», όπως έλεγε η γιαγιά μου η Μαριώ. Βγάζουμε την κατσίκα μας για βοσκή, ασβεστώνουμε το κοτέτσι μας και αγοράσαμε μελίσσια από το διπλανό χωριό. Όταν θέλουμε κρέας, καταφεύγουμε στα κουνέλια και στα πουλερικά μας. Όταν θέλουμε τυρί, πήζουμε το γάλα της κατσίκας. Κι όταν οι άντρες του χωριού χρειάζονται δάσκαλο-μελισσοκόμο, ζητούν τη βοήθεια του πατέρα, που ξέρει πολλά.

Πώς δημιουργούνται τα γονίδια στα μελίσσια; Είναι τέχνη. Τι είναι καταμερισμός εργασίας; Τον διδάσκουν οι μέλισσες με τον τρόπο της ζωής τους. Αν είσαι καλός μελισσοκόμος, γίνεσαι και καλός συντοπίτης.

Έτσι, όλοι συμφώνησαν με τον δάσκαλο πως το λεωφορείο της συγκοινωνίας πρέπει να φτάνει ως το δικό μας χωριό, και όχι να κάνει τέρμα στο διπλανό. Να έχουν οι άνθρωποι συγκοινωνία. Να μην είναι αποκομμένοι απ’ τον κόσμο κι ούτε να σταυρώνουν τους αρρώστους με λάδι απ’ τα καντήλια για να γίνουν καλά. Να μπορούν να τους πηγαίνουν στην πόλη, εκεί που υπάρχει γιατρός.

Επιτέλους, το λεωφορείο θα έρχεται ως τον Άγιο Θανάση. «Τα κατάφερε ο δάσκαλος», είπαν όλοι.

Η μητέρα, όμως, έκανε τη διάγνωση: ο πατέρας έχει υπερκόπωση. Κουράζεται πολύ για τις ανάγκες του χωριού. Το βλέπει στα μάτια του, που έχουν μαύρους κύκλους. Ήταν πράγματι κουρασμένος. Το τρέξιμο στη Χαλκίδα, απ’ τον Νομάρχη στον Δήμαρχο κι απ’ τους αρμόδιους στους τεχνίτες, με συζητήσεις, συμφωνίες, καθυστερήσεις και πάλι απ’ την αρχή, ήταν όλο δική του προσπάθεια και ευθύνη.

Το διπλανό χωριό, όμως, τον έβαλε στο μάτι. Τον κακολογούν. «Αυτός ο κεφάλας ο δάσκαλος φταίει που το λεωφορείο δεν κάνει τέρμα σ’ εμάς, αλλά πάει στον Άγιο Θανάση!», έλεγαν και η κατακραυγή απλώθηκε από στόμα σε στόμα.

Έφτασαν στο σημείο να πάνε νύχτα στη διασταύρωση και να γκρεμίσουν την πινακίδα που έγραφε: ΠΡΟΣ ΑΓΙΟΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΝ.

Ο πατέρας, όμως, μαζί με τους μεγαλύτερους μαθητές του, περπάτησαν ως εκεί και την ξαναέστησαν, καρφώνοντάς την γερά μέσα στη γη.

Με τον καιρό το πήραν απόφαση οι κάτοικοι του διπλανού χωριού: πάει πια, έχασαν την αποκλειστικότητα του σταθμού του λεωφορείου.

Τι να κάνουμε; Ας γίνει και κανένα άλλο χωριό Μεγαλοχώρι, με σταθμό, με παραθεριστές, με επισκέπτες απ’ την πόλη που θα αγοράζουν γνήσια προϊόντα της γης.

«Ας όψεται ο δάσκαλος που έκανε τους Αγιο-θανασιώτες με λεωφορείο!», έβριζαν πεισματικά.

«Μα τόσο σπουδαία “πρωσόπατα” είσαστε; Ως κι ο αστυνόμος ρώταγε για τον δάσκαλο!», μετέφερε τα νέα η κυρα-Παναγιού στη μητέρα.

Είδες; Ανοίξαμε δρόμο. Διευκολύναμε κι αυτόν να έρχεται συχνά-πυκνά στο χωριό. Πίνει το καφεδάκι του στο μαγαζί και ρωτάει τους άντρες: «Τι καπνό φουμάρει ο δάσκαλος;»

“Σιγαρέτα Ματσάγκος”, κύριε αστυνόμε! Το λέει καθαρά η μεγάλη φωτογραφία που έφερε ο Κώστας ο καφετζής από τη Χαλκίδα και την κρέμασε με καμάρι στον τοίχο!

Κι αν εσύ λες «καπνό» και υπονοείς τα πολιτικά του πιστεύω, εμείς παραμερίζουμε τις πονηρές ερωτήσεις σου. Γιατί ο δάσκαλός μας είναι δικός μας. Και δεν θα αφήσουμε τα τσιράκια της πολιτικής να του κολλήσουν τις ρετσινιές της Διχόνοιας, που έχει ρημάξει τον τόπο! Αρκετά.

Έτσι, ανάμεσα σε μέλισσες, κότες, κατσίκες, λεωφορεία και μισόλογα, ο δάσκαλος έγινε κάτι παραπάνω από δάσκαλος. Έγινε άνθρωπος του τόπου. Κι αν κάποιοι τον ρωτούσαν για τα « πολιτικά πιστεύω» του, οι άνθρωποι του χωριού του, πια, απαντούσαμε με ένα βλέμμα που έλεγε: «Πιστεύουμε σε ανθρώπους σαν αυτόν». Όλα τ’ άλλα είναι για τους καφενέδες.

Και τώρα…

Να σας αναγκάσω να έρθετε μαζί μου; Να σας αναγκάσω να ξυπνήσετε μεσάνυχτα; Μην τρομάξετε από τη νύχτα, ούτε από τη ρεματιά που βουίζει. Είναι ο Καστανιάς, το ποτάμι μας — με τα χιόνια κατέβασε πολύ νερό.

Πρέπει να πάω. Θέλω να πάω. Είναι μεσάνυχτα κι αλλάζει ο χρόνος. Πρωτοχρονιά χωρίς «αμίλητο» νερό, δε γίνεται! Δεν επιτρέπεται να περνάει η Πρωτοχρονιά έξω από την πόρτα μας κι εγώ να την αγναντεύω από το παράθυρο. Έχω κιόλας αργήσει. Τα πρώτα βήματα ακούστηκαν. Τα πρώτα κανάτια με το νερό της νέας χρονιάς γύρισαν από τις βρύσες. Είναι ο «τυχερός» της κάθε οικογένειας που πρέπει να πάει και να φέρει στο σπίτι το «αμίλητο νερό» της Πρωτοχρονιάς.

«Πρόσεξε να μη μιλήσεις! Κι αν σε τρομάξουν στο δρόμο, μιλιά να μη βγάλεις! Αλλιώς δεν θα πιάσουν οι ευχές!» Μου το είχαν εξηγήσει καλά, και η Φώτω και η Γεωργία.

Τα έκανα όλα με πολλή προσοχή, για να πάει καλά η καινούργια χρονιά: Ακούμπησα κοντά στις βρύσες το ψωμί, σκόρπισα στο ποτάμι στάρι και καλαμπόκι. Έριξα μέσα στο τρεχούμενο νερό δεκαρίτσες και είπα: «Υγεία και ευτυχία! Σαν το νερό να τρέχουν τα αγαθά και οι καρποί της γης αυτή τη χρονιά!»

Ύστερα γέμισα το κανάτι μου με το κρύο νερό και, αμίλητη, πήρα τον δρόμο για το σπίτι.

Μεγάλωσα μέσα σε μία νύχτα; Τι έγινε; Το ένιωθα μέσα στα χέρια μου και σε όλο μου το κορμί. Ακόμα και τα πόδια μου πατούσαν πιο γερά, κι ανέβαινα την ανηφόρα. Ολομόναχη μέσα στη νύχτα. Κόντρα με τα στοιχειά της! Να παραβγαίνω με τις νεράιδες της ρεματιάς. Σκοτάδι, αέρας, κρύο τσουχτερό. Λίγα αστέρια από ψηλά φωτίζουν τον δρόμο.

Ακούω βήματα. Κάποιος κατεβαίνει στις βρύσες, να πάρει και να φέρει το δικό του «αμίλητο νερό». Τυλίγομαι πιο σφιχτά στο σάλι μου και τον προσπερνάω.

Δεν είχα πια ανάγκη να με προστατεύει κανείς. Εκείνη τη νύχτα, ήξερα: μπορούσα να βαδίζω και μόνη μου. Και να κρατώ στα χέρια μου νερό — κι ευχές — για μια καινούργια ζωή.

Καλή Χρονιά! Το σπίτι ραντίστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη με το καινούργιο νερό. Χρόνια πολλά με κάθε μπουκιά, γιατί τώρα την ώρα την μετράμε με τις ψημένες μπριζόλες.

Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, σχόλη και χαρούμενο ξύπνημα. Δεν υπάρχει γάλα με πέτσα για πρωινό — γι’ αυτό το δεκαπενθήμερο καταργήθηκε!

Ο πατέρας ανάβει τη φωτιά, βάζει τα λουκάνικα στη θράκα και με φωνάζει: — «Μαίρη, έλα για πρωινό!» Τι ευτυχισμένο ξύπνημα είναι αυτό!

Φρυγανίζουμε τις φέτες το ψωμί σε μια σχάρα, πάνω από τ’ αναμμένα κάρβουνα. Η μητέρα φέρνει το τηγάνι για να ζεστάνει τις οματιές. «Η Γέννησίς Σου, Χριστέ ο Θεός ημών…» ψάλλει χαμηλόφωνα. Έφερε και το χοιρινό στη θράκα. Μια φορά τον χρόνο δεν βλάπτει και η κατάχρηση!

Τα παιδιά τώρα αλείφουν το ψωμί τους με λίπος χοιρινό. Τα σπίτια μυρίζουν από τηγανισμένο πασπαλά. Η ζωή μας έγινε μια μεγάλη εικόνα, γεμάτη μυρωδιές, χρώματα, λέξεις.

Κι έτσι, «Χριστούγεννα» σημαίνει: Ιησούς, κατάνυξη, τσίκνα χοιρινού και τραγούδια.

Πέρασαν οι μέρες… Πάει κι αυτό. Κρατήσαμε την εικόνα του για σταθμό μέσα στον χρόνο. Και τώρα… περιμένουμε. Του χρόνου πάλι.

Και μέχρι τότε, να θυμόμαστε πως οι μυρωδιές της καρδιάς δεν χάνονται ποτέ. Αρκεί μια φέτα ψωμί στη θράκα για να μας φέρει πίσω εκεί που γέμιζε η καρδιά μας από αγάπη και χαρά.

26η συνέχεια <———

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!