Του Βασίλη Καπράλου
Δεκάδες πέρασαν οι χρόνοι,
στιγμή δε νιώσαμε όμως, μόνοι.
Μας δώσαν συντροφιά το αίμα,
αγκυλωτό, μας ‘βάλαν στέμμα,
μεσ’ στη σημαία τη Γαλανή,
κατακτητές, οι Γερμανοί.
Τα σπίτια μας, τα κάψανε,
τους συγγενείς μας, σφάξανε
και στο φευγιό ακόμα,
πυρπόλησαν το χώμα.
Του τόπου, χάλασαν τα ωραία,
και πριν να πέσει η αυλαία,
στα χέρια τους, είχαν λαθραία,
της Ιστορίας τα Αρχαία.
Τώρα σπρώχνουν με βία,
την πόρτα απ’ την πρεσβεία.
Σπάνε για το καλό μου,
την άκρη, απ’ τον καρπό μου.
Χέρι να μη σηκώσω,
φωτιά, αφού έχει σβήσει,
αποζημίωση, μη ζητώ,
στα ερείπια, που ΄χει αφήσει.
Κι όμως αυτοί που ζήσανε,
την ίδια την ωμότητα,
δικαίωση γυρεύουνε,
να μάθει η ανθρωπότητα:
Πως ότι έγινε εδώ,
λάθος δεν είναι μόνο,
κι άμα συγνώμη δε δοθεί,
θα βγάλει κι άλλο κλώνο…
Ας είναι να’ρθει μια βροχή
κι ο επόμενος ο Μάης,
“Ρόδο Λευκό’’, να βρει ν’ ανθεί,
στη θέση του “Εντελβάις’’.
*Από το βιβλίο Σειρήνες
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στην biblionet
*Ακολουθείστε τον Βασίλη Καπράλο και στο facebook

