Γράφει η Αγγελική Σαρικαβάζη
Η Μαρίνα μπήκε στη ζωή της Ηλιάνας σαν μια παρουσία που στην αρχή έμοιαζε σχεδόν αθώα, γεμάτη χαμόγελα που δεν πρόδιδαν ακόμη το βάρος που κουβαλούσαν μέσα τους. Η Ηλιάνα τη γνώρισε σε μια κοινή παρέα, εκεί όπου οι άνθρωποι συναντιούνται τυχαία και νομίζουν πως αυτό το τυχαίο είναι αρκετό για να χτίσουν εμπιστοσύνη. Την παρουσίασε στους φίλους της χωρίς δεύτερη σκέψη, με την απλότητα εκείνου που πιστεύει ότι όλοι έχουν καλές προθέσεις. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί πως η Μαρίνα θα γινόταν σταδιακά μια ρωγμή μέσα στο ίδιο το κοινωνικό τους σύμπαν.
Στην αρχή όλα έμοιαζαν φυσιολογικά. Η Μαρίνα γελούσε, συμμετείχε, άκουγε προσεκτικά. Όμως κάτι υπόγειο υπήρχε ήδη στον τρόπο που παρατηρούσε την Ηλιάνα. Σαν να μετρούσε διαρκώς τα λόγια της, σαν να τα περνούσε από ένα φίλτρο που τα παραμόρφωνε πριν ακόμη προλάβουν να ειπωθούν ολοκληρωμένα. Η πρώτη παρεξήγηση ήρθε σχεδόν ασήμαντη, μια φράση που ειπώθηκε βιαστικά και ερμηνεύτηκε σαν προσβολή. Από εκεί και πέρα όμως, τίποτα δεν έμεινε μικρό.
Η Μαρίνα άρχισε να επαναλαμβάνει τις λέξεις της Ηλιάνας αλλοιωμένες, φορτισμένες, σαν να τις είχε ανάγκη για να στηρίξει μια δική της εσωτερική ιστορία. Κάθε συνάντηση γινόταν αφορμή για σχόλια πίσω από την πλάτη της, για υπονοούμενα που δηλητηριάζουν σιγά σιγά τις σχέσεις. Οι φίλοι της Ηλιάνας άρχισαν να την κοιτούν διαφορετικά, να αμφιβάλλουν για προθέσεις που μέχρι πριν θεωρούσαν δεδομένα καθαρές.
Η Μαρίνα όμως δεν σταματούσε εκεί. Η παρουσία της έγινε πιο έντονη, σχεδόν επιθετική, σαν να ήθελε να καταλάβει χώρο που δεν της ανήκε. Η ζήλια της δεν ήταν απλή ζήλια φιλίας. Ήταν κάτι πιο βαθύ, πιο ακατέργαστο, που δεν μπορούσε να ειπωθεί εύκολα με λέξεις. Είχε ερωτευτεί την Ηλιάνα, αλλά ο έρωτας αυτός δεν βρήκε ποτέ τρόπο να εκφραστεί καθαρά. Αντί για αυτό, μεταμορφώθηκε σε θυμό, σε ειρωνεία, σε μικρές πράξεις εκδίκησης που συσσωρεύονταν.
Η Ηλιάνα, από την άλλη, προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε αλλάξει. Έβλεπε τις αποστάσεις να μεγαλώνουν χωρίς να έχει δώσει η ίδια αφορμές. Έβλεπε βλέμματα να ψυχραινουν, λόγια να παρερμηνεύονται, ανθρώπους να απομακρύνονται. Και μέσα σε όλα αυτά, η Μαρίνα συνέχιζε να εμφανίζεται ως θύμα, ως κάποια που απλώς «λέει την αλήθεια της», ενώ στην πραγματικότητα έχτιζε ένα δίκτυο καχυποψίας γύρω από την Ηλιάνα.
Η κατάσταση έγινε πιο βαριά όταν η Μαρίνα άρχισε να σχολιάζει ακόμη και την εργασία της Ηλιάνας. Υποτιμητικές φράσεις, ειρωνικά σχόλια μπροστά σε άλλους, συγκρίσεις που πάντα έγερναν προς όφελός της. Σαν να είχε ανάγκη να αποδείξει πως εκείνη ήταν ανώτερη, πιο ικανή, πιο σωστή. Κάθε της λέξη όμως δεν αποκάλυπτε δύναμη, αλλά μια βαθύτερη ανασφάλεια που δεν μπορούσε να διαχειριστεί.
Οι φίλοι της Ηλιάνας βρέθηκαν ανάμεσα σε δύο αφηγήσεις. Από τη μία η σταθερή, ήρεμη παρουσία της Ηλιάνας και από την άλλη η ένταση και η επιμονή της Μαρίνας να παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή της πραγματικότητας. Σιγά σιγά, χωρίς να το καταλάβουν, άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από την Ηλιάνα. Όχι γιατί είχαν αποδείξεις, αλλά γιατί η επανάληψη της καχυποψίας έγινε πιο δυνατή από την ίδια την αλήθεια.
Κανείς δεν είδε καθαρά τη ρίζα του προβλήματος. Ότι η Μαρίνα δεν μπορούσε να αντέξει την ευτυχία της Ηλιάνας. Ότι κάθε της προσπάθεια να πλησιάσει ανθρώπους που αγαπούσαν την Ηλιάνα έκρυβε μέσα της μια πράξη διεκδίκησης. Ήθελε να την έχει κοντά της, αλλά μόνο αν μπορούσε ταυτόχρονα να την μειώνει, να την ελέγχει, να την τιμωρεί για κάτι που δεν ειπώθηκε ποτέ ξεκάθαρα.
Η Μαρίνα είχε χωρίσει πρόσφατα και μέσα της υπήρχε ένα κενό που μεγάλωνε. Κάθε γυναίκα που έβλεπε ευτυχισμένη της προκαλούσε μια παράξενη ενόχληση, σαν να της θύμιζε όσα η ίδια δεν είχε καταφέρει να κρατήσει. Έτσι η Ηλιάνα έγινε το κέντρο μιας εσωτερικής σύγκρουσης που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα, αλλά με τον πόνο της Μαρίνας.
Η τραγικότητα της ιστορίας δεν ήταν μόνο η σύγκρουση των δύο γυναικών, αλλά το πώς η παραμόρφωση της αγάπης μπορεί να γίνει όπλο. Η Μαρίνα δεν αγαπούσε με τρόπο που να απελευθερώνει, αλλά με τρόπο που να εγκλωβίζει. Και όσο πιο πολύ προσπαθούσε να πλησιάσει, τόσο πιο πολύ κατέστρεψε ό,τι αγγίζει.
Η Ηλιάνα έμεινε τελικά με μια αίσθηση προδοσίας που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. Όχι γιατί δεν έβλεπε την αλήθεια, αλλά γιατί η αλήθεια είχε ήδη διασπαστεί μέσα από τόσες αφηγήσεις άλλων. Και η Μαρίνα, μόνη μέσα στη δική της ένταση, συνέχιζε να πιστεύει πως απλώς υπερασπίζεται τον εαυτό της, ενώ στην πραγματικότητα πολεμούσε μια αγάπη που ποτέ δεν έμαθε να ζητήσει καθαρά.

