Η παρεξήγηση δεν φώναζε· στεκόταν ήσυχη στο κέντρο της πλατείας, σαν σκιά που όλοι έβλεπαν αλλά κανείς δεν ονόμαζε.
Τα μαχαίρια άρχισαν να πέφτουν σιωπηλά, όχι από χέρια θυμωμένα, μα από βλέμματα βιαστικά και λόγια μισά. Κάθε μαχαίρι κι ένα συμπέρασμα. Κάθε πληγή κι ένα χειροκρότημα αλλού.
Ο Πέτρος ήθελε να γίνει γνωστός. Δεν είχε τίποτα να δείξει παρά μόνο μια επιθυμία που έμοιαζε με πείνα. Δίπλα του, ο Μανώλης, ΑμεΑ, κουβαλούσε έναν κόσμο που δεν χωρούσε σε αφίσες: υπομονή, ακρίβεια, μια αξιοπρέπεια που δεν ζητούσε άδεια. Ο Πέτρος τον πλησίασε με χαμόγελο και έφυγε με ιστορία. Έκοψε λέξεις, κάρφωσε νοήματα, σέρβιρε τον αγώνα του άλλου ως δικό του πιάτο. Τα μαχαίρια δούλεψαν καλά.
Η παρεξήγηση σκλήρυνε. Όταν ο Μανώλης μίλησε, είπαν πως υπερέβαλε. Όταν σώπασε, είπαν πως συμφωνεί. Ένα ακόμη μαχαίρι, αυτή τη φορά από σιωπή. Ο κόσμος αγάπησε την απλή αφήγηση: έναν ήρωα, έναν ρόλο υποστηρικτικό, μια εικόνα εύπεπτη.
Μα τα μαχαίρια, όσο κι αν λάμπουν, σκουριάζουν. Κάποια στιγμή κόβουν αυτόν που τα κρατά. Ο Πέτρος έμεινε με φήμη λεπτή σαν λεπίδα και άδεια σαν λαβή. Ο Μανώλης έμεινε όρθιος, όχι από πείσμα, αλλά από αλήθεια.
Και η παρεξήγηση; Ματωμένη, ναι. Μα ζωντανή, να μας θυμίζει πως κάθε φορά που βιαζόμαστε να πιστέψουμε, ακονίζουμε ένα μαχαίρι ακόμη. Αντί γι’ αυτό, ας ακονίσουμε την ακρόαση. Δεν κόβει ανθρώπους. Ανοίγει δρόμους.
Ακολουθείστε το Λογοτεχνικό Magazino

