Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(26η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
(Σύνδεση με το προηγούμενο: Η Ηρώ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε κόσμους που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Ένας ολόκληρος κόσμος η ίδια, άλλος εκείνος της θείας Μαρίας, μαζί με της Δέσποινα και ας μη μιλήσουμε για τον κόσμο του πατέρα-Ιωάννη και της μαμάς- Ευαγγελίας. Αλληλοσυγκρουόμενες δυνάμεις! Πώς θα τα βγάλει πέρα ένα πληγωμένο κορίτσι; Θ΄αντέξει τις αναταραχές;)
***
Η νύχτα εκείνη έμεινε αξέχαστη στην Ηρώ.
Νύσταζε πολύ, αλλά δεν επιτρεπόταν να κοιμηθεί. Είχε αναλάβει να προσέχει τον μπαμπά και τη μαμά. Φαίνεται πως είχαν κουραστεί πολύ — κοιμόντουσαν βαριά στο διπλανό δωμάτιο. Ευτυχώς που ροχάλιζαν, κι έτσι ήξερε πως ήταν ζωντανοί.
«Λες να πεθάνουν επειδή άργησα;» σκέφτηκε — κι ένιωσε μια περίεργη ανακούφιση. Λες κι άνοιξαν τα πνευμόνια της κι εισέπνευσε ξαφνικά καθαρό, άφθονο αέρα. Αυτό προς στιγμήν, γιατί αμέσως σφίχτηκε ο λαιμός της, μαζί και το στήθος της, και άρχισε να κοντανασαίνει.
Ύστερα ήρθε μια λέξη και σφηνώθηκε στο μυαλό της. Τι μπελάς κι αυτός, νυχτιάτικα! Έπρεπε —για να ξαλαφρώσει, λέει— να βρει όλους τους χρόνους του ρήματος «λέγω».
«Λέγω – ἔλεγον – λέξω και ἐρῶ – ἔλεξα και εἶπον – εἴρηκα – εἰρήκειν!»
Το ψιθύρισε. Το επανέλαβε πιο δυνατά. Κι ύστερα το είπε ακόμη πιο δυνατά. Γιατί έτσι έπρεπε… αλλιώς…
Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό το «αλλιώς», αλλά ήξερε καλά πως το «εἴρηκα» ήταν ο παρακείμενος!
Παραληρούσε.
Το κεφάλι της βούιζε, γεμάτο από ρήματα που την πολιορκούσαν να τους βρει τον παρακείμενο! Τι συμφορά! Το σκοτάδι γινόταν όλο και πιο βαθύ! Την κατάπινε! Καλά να πάθει!
Ίσως έπρεπε να την πνίξει! Έτσι μόνο θα της έδιναν άφεση αμαρτιών. Ίσως τότε να την ήθελαν. Ίσως τότε να την αγαπούσαν.
Γι’ αυτό έπρεπε να προχωρήσει… να πηδήξει μέσα στην άβυσσο που άνοιγε κάτω από τα πόδια της…
«Στον Καιάδααα! Άχρηστο κορμίίί!!!!!»
Θεέ μου, ποιος φώναζε;
Η καρδιά της σείστηκε από πανικό.
Το στόμα της άνοιξε και φώναξε:
«Βοήθειαααα! Θεέ μου, σώσε με!!!»
Και μετά… φωνές.
Ένα αυτοκίνητο που έτρεχε πολύ.
Ένα ασανσέρ.
Ένας διάδρομος.
Ένα άγνωστο δωμάτιο.
Άγνωστες νοσοκόμες που της χαμογελούσαν.
Ένας άλλος γιατρός —όχι ο δικός τους— αλλά καλός, κι αυτός της χαμογέλασε.
Τι καλά! Δεν τη μάλωναν. Μάλλον τη συμπαθούσαν. Και γι’ αυτό άρχισε να ησυχάζει.
Ύστερα ήρθε μια λάμπα πάνω από το κεφάλι της. Την τύφλωνε. Σήκωσε το χέρι, σκίασε τα μάτια της.
«Κλείστε το φως. Την ενοχλεί», είπε μια φωνή.
Ήταν σχεδόν σίγουρη πως εκείνος που μίλησε φορούσε άσπρη ιατρική μπλούζα.
Μετά αποκοιμήθηκε. Δεν πρόλαβε ν’ ακούσει τη συνέχεια:
«Είναι η μέθοδος που σας λέγαμε — υπνοθεραπεία. Το νευρικό της σύστημα κατέρρευσε, αλλά θα συνέλθει. Θα χρειαστεί, όμως, μεγάλη ηρεμία και συμπαράσταση από μέρους σας», εξήγησε ο διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής στους ανήσυχους γονείς.
Την είχαν μεταφέρει τα ξημερώματα με ασθενοφόρο και τη συνοδεία, φυσικά, του οικογενειακού τους γιατρού. Η κλινική βρισκόταν στα βόρεια προάστια της Αθήνας, χωμένη μέσα σε πολλά δέντρα.
«Πόσο θα κρατήσει αυτή η θεραπεία, γιατρέ μου;» ρώτησε η μαμά-Ευαγγελία με ευγενική φωνή.
«Εξαρτάται από την ίδια και από τον οργανισμό της. Σίγουρα, όμως, να υπολογίζετε τον μήνα», της απάντησε.
«Μπορώ να μείνω κοντά της;» ρώτησε ξανά.
«Θα τη βλέπετε στο επισκεπτήριο κάθε μέρα. Απαιτείται, βεβαίως, απόλυτη ηρεμία. Γι’ αυτό, αν η παρουσία σας την ταράζει… θα δούμε. Θα εξαρτηθεί», απάντησε ο γιατρός, αποφεύγοντας τα πολλά λόγια.
Έτσι, και για το γενικό καλό, όλοι πήραν τον δρόμο τους.
Ο μπαμπάς-Ιωάννης επέστρεψε στην πόλη τους, στο σπίτι, και στις δουλειές του.
Η μαμά-Ευαγγελία νοίκιασε ένα μικρό δωμάτιο σε ξενοδοχείο κοντά στην κλινική.
Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στην ξαδέρφη της, τη Μαρία —ένα πέταγμα ήταν το σπίτι της από εκεί— αλλά το απέκλεισε αμέσως.
«Άσε καλύτερα! Να μαθευτεί ότι μπήκε σε νευρολογική κλινική; Άντε μετά να βρούμε γαμπρό της προκοπής με τέτοια ρετσινιά!», συμφώνησαν οι δύο γονείς και κράτησαν το στόμα τους κλειστό.
«Και σε όσους με ρωτάνε, τι θα λέω; Σίγουρα θα είδαν το ασθενοφόρο!», ανησύχησε ο κύριος Ιωάννης.
«Ότι κινδύνεψε η κόρη μας από κρίση σκωληκοειδίτιδας και τη μεταφέραμε στο νοσοκομείο της Αθήνας. Σιγά τώρα, μην τους δώσουμε και αναφορά!»
Τακτοποίησε το θέμα η μαμά και κατευόδωσε τον άντρα της στην εξώπορτα της ολόλευκης κλινικής.
***
«Η ζωή μου στην κλινική!», έγραψε η Ηρώ στην πρώτη σελίδα ενός τετραδίου. Το υπογράμμισε σαν τίτλο κι ύστερα κάρφωσε το βλέμμα της στον απέναντι τοίχο, προσπαθώντας να βρει τη συνέχεια.
Είχε τη βαθιά ανάγκη να καταγράψει τα γεγονότα αυτής της περιόδου και να τα συγκρατήσει ως αναμνήσεις. Όμως… «υπάρχει ζωή σε μια νευρολογική κλινική;», αναρωτήθηκε τελικά, αφού δε θυμόταν πολλά από το διάστημα που έμεινε εκεί μέσα. Τι να γράψει; Για τους λευκούς τοίχους; Αυτό ήταν το μόνο που δέσποζε στο μυαλό της… ένα απέραντο λευκό κενό, που ταυτόχρονα την τρόμαζε και την ξεκούραζε.
«Κοιμόσουν συνέχεια», την πληροφόρησε η μαμά-Ευαγγελία, την πρώτη μέρα που το κορίτσι έδειξε ενδιαφέρον για το τι συνέβαινε γύρω του.
Μετά… όλα κύλησαν πολύ γρήγορα. Ή έτσι της φάνηκε; Πάντως έφυγαν από την κλινική, με πολλές συμβουλές από τους γιατρούς, περισσότερες ελπίδες από τη μαμά και ένα ακόμα κενό στην καρδιά της Ηρώς. Αυτό και μόνο την έκανε να μοιάζει με πορσελάνινη κούκλα.
«Κοίτα πώς έγινε η κόρη μας, Ιωάννη! Σαν άψυχη!», μουρμούρισε η Ευαγγελία στον άντρα της, την πρώτη κιόλας στιγμή που τον είδε. Τον έπιασε από το μπράτσο με τα δύο της χέρια και σφίχτηκε πάνω του με έναν σχεδόν παιδικό φόβο.
Εκείνος ξαφνιάστηκε τόσο, που παραπάτησε. Η Ευαγγελία τού μιλούσε τόσο… τόσο ήρεμα… τόσο μαλακά… «σχεδόν με αγάπη!», τόλμησε να σκεφτεί. Δε θυμόταν να του είχε ξαναμιλήσει έτσι! Και με την ίδια έκπληξη στο πρόσωπο, γύρισε να κοιτάξει την κόρη του, που καθόταν αμίλητη λίγο πιο πέρα. Τι περίεργο! Μόνο με μια ματιά, αναγνώρισε το δικό του πλατύ μέτωπο στο πρόσωπό της. Πώς δεν το είχε προσέξει μέχρι τώρα; Κάτι ζεστό αναδεύτηκε μέσα του.
«Θέλεις μια τυρόπιτα;», τη ρώτησε δειλά. Και πριν προλάβει να πάρει απάντηση, είχε ήδη πεταχτεί ως τον κοντινό φούρνο.
«Μία ζεστή τυρόπιτα… ή μάλλον, τρεις ζεστές τυρόπιτες!», διέταξε το “παιδί” του φούρνου, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ζεστασιά να φουντώνει στο στήθος του και να κατεβαίνει ως την κοιλιά του. Τα μάγουλά του αναψοκοκκίνισαν. Σχεδόν τρέχοντας, γύρισε στο σπίτι.
Αμίλητοι έφαγαν τις τυρόπιτές τους, και μόλις τελείωσαν, σκούπισαν τα χείλη τους προσεκτικά με την ανάστροφη της παλάμης. Κοιτάχτηκαν και χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, δειλά, σαν παιδιά που γνωρίζονται για πρώτη φορά.
«Σα να τρώμε πρώτη φορά μαζί!», τόλμησε να πει ο Ιωάννης.
«Σσούτ!», του έδωσε μια ελαφριά κλωτσιά κάτω από το τραπέζι η Ευαγγελία.
Με μια ματιά, του έδειξε την Ηρώ˙ «πρόσεχε τα λόγια σου!», έμοιαζε να του λέει.
«Το παιδί δεν είναι ακόμα πολύ καλά», ψιθύρισε το βράδυ, όταν πια έμειναν μόνοι στην κρεβατοκάμαρά τους.
«Τι κάνει; Κοιμάται;», ρώτησε ο Ιωάννης.
«Εδώ και ώρα. Αύριο θα τη βγάλω μια βόλτα ως τη θάλασσα. Πρέπει να βγαίνει έξω, να την παίρνει ο ήλιος και ο αέρας, είπε ο γιατρός».
Του έδινε λογαριασμό για το αυριανό της πρόγραμμα; Και μάλιστα τόσο φιλικά; Αυτό ήταν ανήκουστο για τον κύριο Ιωάννη, που αγωνιούσε να ξημερώσει από το ξάφνιασμα.
«Πρώτη φορά! Πρώτη φορά μου μιλάει σαν γυναίκα μου!», μονολογούσε, πίνοντας το χαμομήλι του, για να καταλαγιάσει το φουσκωμένο στομάχι του. Είχε ήδη σηκωθεί δύο φορές μέσα στη νύχτα και τώρα ήταν 4:15 τα ξημερώματα.
***