Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(28η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
(Σύνδεση με το προηγούμενο: “Οι καντάδες βλάπτουν το νευρικό σύστημα!”. Αυτό ορίζει το “πατριαρχικό σύστημα αγωγής”, με την υπογραφή του κυρίου Ιωάννη. Υπάρχει αντίρρηση; “. Ας περιοριστούμε, όμως, στην ιστορία μας, αφού η ηρωίδα μας-η Ηρώ-προσπαθεί να σωθεί από τον “βόα” που περισφίγγει το κορμί της. Τί κι αν ήταν μέσα στο κακό όνειρο, που την τάραξε! Η ασφυξία που βίωσε ήταν ολόϊδια με εκείνη που την “έπνιγε” μέσα στον κλοιό της αυστηρής πατριαρχικής αγωγής, που είχε “υιοθετήσει” ο πατέρας-Ιωάννης και ακολουθούσε η μαμά-Ευαγγελία, ως υπάκουη -όταν ήθελε- σύζυγος!” …)
Η Ηρώ, αλήθεια, πώς ένιωθε με τη νέα κατάσταση;
«Ε, πάει, τελείωσε! Αυτό το κορίτσι γεννήθηκε αχάριστο!» ομολόγησε η μαμά Ευαγγελία στον εαυτό της. Ακούς εκεί να της πει ότι πνίγεται!
«Έχει κάτι ο λαιμός σου; Να πάμε στο νοσοκομείο!» θορυβήθηκε στην αρχή.
Φαντάσου όμως την πίκρα της και την απογοήτευση, όταν το κανακεμένο κορίτσι της ξεφούρνισε:
«Πνίγομαι ανάμεσά σας! Δεν παίρνω ανάσα! Με παρακολουθείτε συνέχεια!»
«Την παρακολουθούμε! Τ’ ακούς, Ιωάννη; Έχει και παράπονο! Τι άλλο θέλει από εμάς; Θυσία έχουμε γίνει!»
Με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.
«Μήπως είναι σύμπτωμα; Να ρωτήσουμε τον γιατρό; Μήπως έχουμε πισωγύρισμα με τα ευαίσθητα νεύρα της;»
Αναρωτιόταν ο άνθρωπος — τι να κάνει; Έπρεπε να σκεφτεί λογικά και ψύχραιμα. Δεν πρόλαβε όμως να κατασταλάξει σε απόφαση, γιατί τους πρόλαβε ο εφιάλτης. Στο πόδι τούς πέταξαν οι φωνές της Ηρώς. Και ήταν περασμένα μεσάνυχτα.
«Βοήθειαααα! Βοήθειαααα! Διώξτε το!»
Χτυπούσε τον αέρα με τα χέρια της και κοίταζε το σκοτάδι με τρομαγμένα μάτια.
Είδαν κι έπαθαν να τη συνεφέρουν.
Το κακό ήταν, όλο κι όλο, ένα άσχημο όνειρο. Είδε —όπως τους είπε μετά— ότι την είχε περικυκλώσει ένας βόας. Το γλιστερό του κορμί ήταν χοντρό σαν κορμός δέντρου, και το μήκος του… ούτε το έβλεπε πού τελείωνε. Άρχισε να τυλίγεται γύρω της, να την περισφίγγει…
«Κινδύνευα, σας λέω! Μου είχε κοπεί η αναπνοή!»
Προσπαθούσε να τους δώσει να καταλάβουν πώς ένιωθε.
Οι γονείς της όμως της εξήγησαν ότι αυτό ήταν απλώς ένα κακό όνειρο και τίποτα περισσότερο.
«Να μην υπερβάλλουμε και να μη μεγαλοποιούμε τις καταστάσεις», προσπάθησε να τη λογικέψει ο μπαμπάς. Της απαγόρευσε, μάλιστα, να διαβάζει ό,τι έπεφτε στα χέρια της.
«Να, ας πούμε, τον τελευταίο καιρό διαβάζει ένα βιβλίο που αναφέρεται σε άγρια ζώα!»
Ενημέρωσαν, τηλεφωνικά, και τον γιατρό της ολόλευκης κλινικής, για να πάρουν την επιστημονική του γνώμη.
«Ό,τι νομίζετε ότι την επηρεάζει αρνητικά… μακριά!»
Κάθετος ο γιατρός, κάθετος και ο κύριος Ιωάννης —για το καλό του παιδιού!
«Αυτό που την επηρεάζει πολύ αρνητικά, είναι αυτές οι καταραμένες καντάδες!»
Αποφάνθηκε, αρκετά κατασταλαγμένος πια, ο μπαμπάς κι αποφάσισε επιτέλους να βάλει τέλος σ’ αυτήν τη γελοία ιστορία!
Κάθε βράδυ να μαζεύονται οι μαντραχαλάδες κάτω από τα παράθυρα του σπιτιού του και να τραγουδάνε εκείνα τα σαχλά ερωτικά τραγούδια!
«Απαράδεκτο!», χτύπησε τη γροθιά στο τραπέζι και αγριοκοίταξε τον αέρα.
«Εντάξει… κορίτσι έχουμε! Κι ύστερα… ποιοι μαντραχαλάδες! Ο γιος του κυρ-Ηλία είναι, ο Γιάννης, με δύο ακόμα φίλους του», είπε να τον ηρεμήσει λίγο η κυρία Ευαγγελία.
«Ο Γιάννης του κυρ-Ηλία; Του μπακάλη;» Έφριξε ο Χριστιανός!
«Ναι, του μπακάλη. Πώς κάνεις έτσι; Δεν είναι απατεώνας! Μαγαζί έχει —και μάλιστα καλό!»
Άντε πάλι μια προσπάθεια να τον φέρει στα ίσια του η Ευαγγελία. Ποια ίσια του όμως! Ό,τι θέλουμε λέμε; Χωράει καμία ισότητα ανάμεσα σ’ έναν μπακάλη και σ’ έναν διπλωματούχο —και μάλιστα πανεπιστημίου; Όχι βέβαια! Και η απόδειξη είναι ότι…
«Εγώ πλήρωσα ντάγκα-ντούγκα τις δραχμές, για να πάρω αυτή τη μόρφωση που έχω. Ο μπακάλης τι πλήρωσε;»
Περίμενε λίγο για ν’ ακούσει μια λογική απάντηση. Η Ευαγγελία όμως… πρώτον, έδωσε τόπο στην οργή για εκείνο το πλήρωσα ντάγκα-ντούγκα τις δραχμές!
«Ποιος πλήρωσε; Εσύ ή ο πατεράκος μου;», θα ήθελε να τον αποστομώσει, αλλά —για χάρη της ευαισθησίας της κόρης της— το παραμέρισε.
Και δεύτερον, δεν έβρισκε μια αποστομωτική απάντηση, γιατί, στο βάθος, συμφωνούσε με τον άντρα της.
«Αλλοίμονο! Θα βάλουμε τον μορφωμένο μαζί με τον αμόρφωτο! Αλλά… να…»
Πήγε κάτι να πει, μια και συμπαθούσε πολύ τον γιο του κυρ-Ηλία. Ήταν τόσο καλό παιδί, και τόσο όμορφο παλικάρι! Ψηλός, μελαχρινός, με μπλε μάτια! Άκου τώρα συνδυασμός! Πολύ τον καμάρωνε όταν της έφερνε τα ψώνια στο σπίτι. Τον φίλευε και γλυκό του κουταλιού.
Εκείνο πάλι, το παλιόπαιδο, δεν έπαιρνε τα μάτια του από την Ηρώ της.
«Είναι πραγματικά ερωτευμένος μαζί της», βεβαιωνόταν κάθε φορά, κρυφοκοιτάζοντάς τον. Αλλά… «τι να κάνουμε με τον Ιωάννη, που δεν αντέχει να τον βλέπει;», συμπλήρωνε με τη σκέψη της.
«Πάλι εδώ ήταν αυτός;», μούγκριζε κάτω απ’ τα μουστάκια του για να συγκρατήσει τα νεύρα του, και πρόσθετε δυνατά:
«Δε γεννήθηκε ακόμα ο άντρας που θα γίνει ο δικός μου γαμπρός! Θα βρω τον καλύτερο!»
Καλός-καλλίτερος-κάλλιστος, εφάρμοζε με το μυαλό της η Ηρώ τους κανόνες της γραμματικής και… περίμενε!
Δεν μπορεί! Κάπου στον κόσμο θα υπήρχε ο «Κάλλιστος»! Μόνο έτσι θα ήταν ευχαριστημένος ο μπαμπάς.
Όσο για την ίδια… ε, να… πάνω σε κάτι τέτοιες σκέψεις, ένιωθε ένα τσίμπημα στην καρδιά.
Χωρίς να το προσπαθεί —αντίθετα, το απέφευγε— ερχόταν κοντά της, μα τόσο κοντά της, ο Νίκος. Γέμιζε τη σκέψη της, την καρδιά της, τα όνειρά της…
Αν και της φαινόταν σαν ψέμα ότι έζησε μαζί του όλη εκείνη την ιστορία, έπρεπε κάθε φορά να κλείσει τα μάτια της, να μείνει μόνη με τον εαυτό της, για να πλησιάσει —έστω για μια ακόμα φορά— εκείνο το όνειρο.
Και έρχονταν τότε κάτι στιγμές, που η εικόνα του ζωντάνευε μέσα της τόσο δυνατά… τόσο οδυνηρά!
Έκαιγε η καρδιά της αβάσταχτα, λες και την είχαν ακουμπήσει αναμμένα κάρβουνα.
Αυτό το μαρτύριο ζούσε τα βράδια που ο Γιάννης, μαζί με τους φίλους του, της έκανε την καθιερωμένη καντάδα.
Η φωνή τους γέμιζε τη νύχτα με τη σαγήνη του έρωτα. Η φυσαρμόνικα διαπερνούσε τους τοίχους και τα κλεισμένα παράθυρα. Ανατρίχιαζε ολόκληρη η γειτονιά!
«Στο πόδι μας πέταξε πάλι ο αλητήριος!», ύψωνε τη γροθιά στον αέρα ο κύριος Ιωάννης.
Κι επειδή αυτή η εισβολή στα άδυτα της οικογενειακής του ευταξίας ήταν «κακούργημα», αποφάσισε να τη σταματήσει μια ώρα αρχύτερα. Να δώσει τέλος!
Πήρε, λοιπόν, πέντε τούβλα από μία οικοδομή —εκεί κοντά τους έχτιζαν μια μονοκατοικία— και τα έκρυψε στη μικρή αυλή, στο πίσω μέρος του σπιτιού τους.
Το ίδιο βράδυ έπεσε νωρίς στο κρεβάτι του και, ενώ καμώνονταν τον αποκοιμισμένο, περίμενε.
Κύλησαν οι ώρες! Προχώρησε η νύχτα! Όλα ησύχαζαν.
Η ήρεμη αναπνοή της Ευαγγελίας δίπλα του, τον βεβαίωνε ότι μπορούσε να δράσει ανενόχλητος.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι ακροπατώντας. Βγήκε στην πίσω αυλή από την πόρτα της κουζίνας. Πήρε το πρώτο τούβλο, το ζύγισε καλά στο χέρι του, και με απίστευτη λαχτάρα περίμενε…
Τι περίμενε! Σχεδόν προσδοκούσε την πολυπόθητη στιγμή!
Τώρα θα έπαιρνε το αίμα του πίσω! Όπως τότε… όταν έπαιζε πετροπόλεμο στ’ αλώνια του χωριού του.
Εκείνα τα χρόνια, τα αξέχαστα, είχε εξασκηθεί για τα καλά στο σημάδι από απόσταση, αλλά και σε πεδίο βολής «μετ’ εμποδίων» —έτσι ονόμαζαν το αλώνι με τις θημωνιές.
Από πάνω τους έπρεπε να περάσουν οι πέτρες και να πετύχουν κάποιον από την αντίπαλη ομάδα που βρισκόταν —βεβαίως— στην πίσω μεριά της κάθε θημωνιάς.
Αφού ο πετροπόλεμος ήταν μετ’ εμποδίων!
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι ο κύριος Ιωάννης ήταν πολύ καλά εξασκημένος! Ήταν πανέτοιμος!
«Την ιστορία μιας αγάπης θα σας πωωωω…», επιτέλους απλώθηκε η μελωδία μέσα στη νύχτα!
Η φωνή του Γιάννη ξεχώριζε καθαρά! Κλώτσησε το στομάχι του μπαμπά —πολύ άγρια! Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του!
«Ήρθε το τέλος σου, επιβήτορα!», μούγγρισε και, δίχως δισταγμό, εκσφενδόνισε με μανία το πρώτο τούβλο.
Το οποίο, άκουσον-άκουσον, διέγραψε τροχιά πάνω από την ταράτσα και —φορτωμένο με τη λύσσα του Ιωάννη— κατέβηκε σαν… στούκας και προσγειώθηκε… σε κάποιο κεφάλι!
Δεν ξέρουμε ποιος ήταν ο τυχερός! Πού να ξεχωρίσεις τις φωνές από πόνο μέσα στη νύχτα. Τα βογγητά μόνο ήταν απανωτά, κάτι βρισιές, και μετά…
Μόνο τα βογγητά ακούγονταν, απανωτά. Κάτι βρισιές, κι έπειτα ποδοβολητά πάνω στον χωματόδρομο. Ύστερα, ησυχία.
«Ουφ! Ηρεμήσαμε! Στον αγύριστο, κοπρόσκυλα!» είπε ο κύριος Ιωάννης, τρίβοντας τα χέρια του, και πήγε να συνεχίσει τον ύπνο του.
Η αλήθεια είναι ότι άργησε να αποκοιμηθεί. Δεν τον άφηνε, βλέπεις, η έξαψη της επιτυχίας του. Μα, με την πρώτη βολή! Με το πρώτο τούβλο!
«Μάγκα μου, κρατάς γερά ακόμα!» ψιθύρισε στον εαυτό του και, γλυκά γλυκά, αποκοιμήθηκε.
Την άλλη μέρα το πρωί άκουσε κάτι σούσουρα από τη γειτονιά. Του τα μετέφερε η Ευαγγελία.
«Το κουβέντιαζαν στο φούρνο. Κάποιος, λένε, κυνήγησε με πέτρες τα παιδιά που έκαναν καντάδα. Τι μας έφταιγαν! Ομόρφαιναν τα βράδια μας — και τον ύπνο μας μαζί!» πρόσθεσε η κυρία Ευαγγελία, καθώς έψηνε τον πρωινό καφέ.
«Δε βγάζεις άκρη με τους ανθρώπους!» είπε ουδέτερα ο κύριος Ιωάννης, κουνώντας το κεφάλι του, και βυθίστηκε στην εφημερίδα του.
***