Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(31η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
( Πρόλογος σύνδεσης με τα προηγούμενα: Η ηρωίδα μας συνεχίζει τον αγώνα ύπαρξης, ενώ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα: αυτό της ιδιαίτερης ατομικότητάς της και εκείνο της οικογενειακής και κοινωνικής πραγματικότητας που είναι για το “κορίτσι”: η αποκατάσταση με τον “καλό γαμπρό”, που θα ανακουφίσει την οικογένεια από το “γραμμάτιο-κόρη” και θα υπάρξει η κοινωνική καταξίωση, που σημαίνει: “Ουφ…την παντρέψαμε!”. Τέλος και τελεία! Το τί θέλει η ίδια είναι μόνο “ανυπακοή” και “θράσος” και “απαράδεκτο”. Τελειώσαμε!)
***
Από ’κεί και πέρα, οι γονείς της εγκαινίασαν μια νέα περίοδο με ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Είχε έρθει, βλέπεις, ο καιρός να σκεφτούν – ακόμα μία φορά- τι θα κάνουν με το μέλλον της «ανεπρόκοπης», όπως τη χαρακτήριζε πλέον η μαμά.
«Είναι καιρός να την παντρέψουμε, Ιωάννη. Όσο είναι μικρή, να της βρούμε τον καλύτερο. Να της χτίσουμε και το “πανωσήκωμα”… Να την έχουμε στο πάνω πάτωμα, κορώνα στο κεφάλι μας! Αχ, Θεέ μου! Να ξυπνάω κάθε πρωί και ν’ ακούω τα εγγονάκια μου, τις φωνούλες τους… ν’ ακούω τα ποδαράκια τους… ταπ-τουπ, ταπ-τουπ, να πάνε και να ’ρχονται! Και να μελώνω τις τηγανίτες και να τα φωνάζω να τρώμε όλοι μαζί…»
Είχε πάρει φόρα πια η μαμά-Ευαγγελία και, δίχως να το καταλάβει, γλίστρησε στο μέλλον… τότε που θα γινόταν γιαγιά!
«Θα φτιάχνεις τηγανίτες, είπες; Για τα εγγόνια, αν κατάλαβα καλά. Για μένα πότε είπες να σηκωθείς πρωί-πρωί και να μου ψήσεις ένα τηγανόψωμο; Ποτέ! Αν και ξέρεις πόσο το λαχταράω…»
Να κι ο κύριος Ιωάννης με το παράπονό του. Μόνο που δεν κλαψούριζε!
«Καλέ, δεν ντρέπεσαι; Ζηλεύεις τα εγγόνια σου; Τι άκαρδος άντρας είσαι ’σύ;» τον αποπήρε η Ευαγγελία.
«Γιατί; Δίκιο δεν έχω; Ακόμα δε γεννήθηκαν και τα εγκατέστησες στην κουζίνα μου! Πρωί-πρωί θα μου τα φέρνεις, να μην έχω τόπο να σταθώ, για ν’ ακούσω τις ειδήσεις μου!»
«Σιγά, καημένε, μη σου φάνε το σπίτι τα παιδάκια! Αυτά… μικρά θα είναι, ούτε που θα σ’ ενοχλούν! Θ’ ακούνε τη “Θεία Λένα” από το ραδιόφωνο… Αχ, τα χρυσούλια μου!»
Έσταζε μέλι η Ευαγγελία στη σκέψη της μελλοντικής της ευτυχίας. Ο Ιωάννης όμως πετάχτηκε όρθιος.
«Ε, όχι και “Θεία Λένα” από το ραδιόφωνο! Εγώ ακούω ειδήσεις! Ενημερώνομαι! Δε θα φύγω εγώ για να περνάνε καλά εκείνα!» Πετούσαν φωτιές τα μάτια του.
«Πω πω πω! Μοναχοφάης γεννήθηκες και μοναχοφάης θα πεθάνεις! Ούτε του αγγέλου σου δε δίνεις νερό! Γελάει ο κόσμος με σένα!»
Καιρό είχε να ξεθυμάνει έτσι η Ευαγγελία.
«Μ’ εμένα γελάει ο κόσμος! Εγώ στα στόματα του κόσμου!»
Κόλπος πήγε να του ‘ρθει του κυρίου Ιωάννη! Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του και, χωρίς να το πολυσκεφτεί, άρπαξε μια καρέκλα και την κοπάνησε με μανία στο πάτωμα.
«Σταματήστε, επιτέλους!» φώναξε με απόγνωση η Ηρώ, ξεπροβάλλοντας στο άνοιγμα της πόρτας. Το χλωμό της πρόσωπο ήταν αρκετό για να ξυπνήσει η μαμά και να πάρει τη θέση που έπρεπε. «Άντε, γιατί πολύ θάρρος του δώσαμε!», έλεγε μέσα της. Στυλώθηκε μπροστά του, τον κάρφωσε με τα παγωμένα μάτια της και του ξεκαθάρισε:
«Αν μας ξαναδηλητηριάσεις με τη γλωσσάρα σου, θα σε στείλω στο χωριό σου να μετράς τις κακαράντζες απ’ τις γίδες του ξεβράκωτου πατέρα σου! Το κατάλαβες;»
Τι να καταλάβει ο χριστιανός! Μέσα σε δευτερόλεπτα ένιωσε να μεταμορφώνεται σε μία τεράστια, σιχαμερή κακαράντζα, και να γελάει όλος ο κόσμος με το χάλι του. Ήταν στα καλά της αυτή η γυναίκα; Μόλις είχαν αρχίσει να μιλούν σαν άνθρωποι!
«Κι ο παππούλης σου γίδια είχε! Του πατέρα μου τις δυο κατσίκες θυμήθηκες;» παραπονέθηκε με σφιγμένα τα δόντια, από την αναπάντεχη τσεκουριά στην υπόληψή του.
Η Ευαγγελία όμως δε χαμπάριαζε από παράπονα. Συνέχισε ακάθεκτη:
«Στο τρελάδικο την έστειλες! Κοίτα τώρα να τη στείλεις και στον άλλο κόσμο! Φονιά, ε φονιά!» του σφύριξε κατάμουτρα και τον προσπέρασε αγέρωχη.
Από τη στιγμή εκείνη, το σπίτι βυθίστηκε στην απόλυτη σιωπή. Ο κύριος Ιωάννης βάλθηκε να ψάχνει σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες για να βρει τη ρίζα της λέξης «φονεύω». Πάσχιζε με αγωνία να συνταιριάξει το ακριβές νόημα με όσα είχε γράψει ο Φρόυντ για το σκοτεινό υποσυνείδητο.
«Βρε, λες να επιθυμούσα διακαώς να τους σκοτώσω όλους και να μην το ’χα πάρει χαμπάρι; Λες να είμαι ένας υποσυνείδητος δολοφόνος της γυναίκας μου, της κόρης μου, της μάνας μου, του πατέρα μου… και να μην το ξέρω; Ήμαρτον, Θεέ μου!»
Αυτές κι άλλες πολλές σκέψεις τον κρατούσαν σε μεγάλη αναταραχή, κι έψαχνε απεγνωσμένα κάποια άκρη μέσα στα βιβλία που, με μανία, άρχισε να αγοράζει.
Η Ευαγγελία δεν σχολίαζε τη «νέα του λόξα». Έτσι την αποκαλούσε και την προσπερνούσε αδιάφορη.
«Καλύτερα να διαβάζει, για να μη χώνει τη μύτη του εκεί που δεν τον σπέρνουν», κατέληγε ευχαριστημένη, αφού ήταν πια απερίσπαστη στο να οργανώσει τις υποθέσεις της. Υποθέσεις που σχετίζονταν, βεβαίως, με το μέλλον της κόρης της — που ήταν αδιάσπαστο από το δικό της μέλλον.
«Τι άλλο έχω να περιμένω εγώ… πέρα απ’ το να καμαρώσω νυφούλα την κόρη μου;»
εκμυστηρεύτηκε στην προξενήτρα, με σπασμένη φωνή απ’ τη συγκίνηση — ή και κάτι βαθύτερο.
Η προξενήτρα ήταν μια γυναίκα με κατάλευκα μαλλιά. Μόνο αυτό αρκούσε για να φανερώσει — χωρίς λόγια — τη σοφία που είχε αποκτήσει με τα χρόνια, και κυρίως με τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους, άλλωστε, δεν τους «πολυλογάριαζε», όπως συνήθιζε να λέει, γιατί είχε «φάει με το κουτάλι τη βλακεία τους».
Έτσι είχε συστηθεί στην κυρία Ευαγγελία, την πρώτη φορά που συναντήθηκαν — λίγους μήνες πριν. Τότε που όλα έδειχναν να μπαίνουν σε τάξη, ώσπου η Ηρώ ήρθε να τα χαλάσει… με τις «συναισθηματικές της αδυναμίες», όπως τις εξηγούσε — με μισό στόμα και μισό παράπονο — η μαμά-Ευαγγελία.
Κι έτσι… όλα τα προξενιά που ετοίμαζαν τότε, τιναχτήκαν στον αέρα.
Τώρα όμως, είχε έρθει η ώρα.
«Θα κάνω το καλύτερο δυνατό, γιατί δεν είστε όποιοι κι όποιοι. Δεν είναι όλοι σαν εσάς… νοικοκυραίοι και αρχοντάνθρωποι! Ξέρω εγώ τι σου λέω… βλέπω μακριά!»
Τόνισε τα τελευταία λόγια η προξενήτρα, αγγίζοντας εμπιστευτικά τον ώμο της σχεδόν με ιερότητα.
Η Ευαγγελία παραδόθηκε στα χέρια της, γεμάτη ελπίδα.
«Να τη δω καλοπαντρεμένη… να ησυχάσω. Ξέρεις εσύ, ε;»
«Ξέρω, ξέρω! Θα της φέρω τον καλύτερο!» υποσχέθηκε εκείνη και… έπιασε δουλειά.
***
Από την επόμενη κιόλας εβδομάδα –και ποιος ξέρει για πόσο– το σπίτι άνοιξε για να δεχτεί, ακόμα μία φορά, «πολλούς καλούς ανθρώπους», που έρχονταν δήθεν για έναν καφέ, για κάτι δροσιστικό, για ένα κομμάτι αφράτο κέικ, φτιαγμένο…
«Από τα χεράκια της Ηρώς μου!», διαβεβαίωνε με καμάρι η μαμά. Πράγμα που, φυσικά, ήταν ψέμα.
«Μαμά, σε παρακαλώ! Σταμάτα να με διαλαλείς σαν πραμάτεια! Με κάνεις να ντρέπομαι!»
Η Ηρώ προσπάθησε κάτι να συμμαζέψει, κάπως να τη σταματήσει, αλλά πού εκείνη! Είχε πάρει φωτιά η επιθυμία της για την αποκατάσταση της κόρης της και με αγωνία περίμενε τις εξελίξεις. Έλα όμως που η Ηρώ ήταν… «αγύριστο κεφάλι»!
«Σαν τον πατέρα σου! Ολόιδια! Δεν ακούς κανέναν και θα φας το κεφάλι σου το ξερό! Να το θυμάσαι!»
«Γιατί; Επειδή δεν σε σιγοντάρω στην αγοραπωλησία μου;» ξέσπασε η Ηρώ και πρόσθεσε ειρωνικά:
«Ελάτε να δείτε, κόσμε! Το καλύτερο κομμάτι της αγοράς! Χωρίς κόκαλα, χωρίς ίνες… καθαρό φιλέτο!»
Και λέγοντας αυτά, της ήρθε να πετάξει από το μπαλκόνι την… κάποια «κουμπάρα», που ξαφνικά τους είχε «θυμηθεί» και παζάρευε μαζί με τη μαμά Ευαγγελία την «πραμάτεια-Ηρώ» και την προίκα της πακέτο.
Δεν πρόλαβε, όμως, να την πετάξει έξω —μαζί με τη μαμά-Ευαγγελία, όπως θα ήθελε— γιατί… πρώτον, της χύθηκε ο καφές που την είχε προστάξει η μαμά να ψήσει. Ξεχείλισε το μπρίκι και χύθηκε μέσα στον νεροχύτη. Δεύτερον, δεν τη σήκωναν τα πόδια της, κι έτσι κάθισε στην πιο κοντινή καρέκλα. Τρίτον… δεν ήταν πρέπον να διακόψει μια τόσο σοβαρή εμπορική συναλλαγή. Εδώ… ακόμα και τα μετρητά μπήκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων!
«Κι από μετρητά; Κτήματα; Γιατί, όπως σας είπε η προξενήτρα, ο ανεψιός μου δεν είναι όποιος κι όποιος. Πάει για διευθυντής Ταχυδρομείου!»
Η Ηρώ ένιωσε να εξαφανίζεται από προσώπου γης και, στη θέση της, να ξεφυτρώνει ένα τεράστιο εμπόρευμα αγνώστου είδους!
Μην τολμήσει και ξαναπατήσει αυτή εδώ! Θα την πετάξω με τις κλωτσιές απ’ τη σκάλα!
Η αγανάκτηση της Ηρώς ξέσπασε και δεν είχε σταματημό, καθώς ακολουθούσε κατά πόδας τη μητέρα της, όσο εκείνη μάζευε τα σερβίτσια και τα υπόλοιπα του κέικ. Η «κουμπάρα» είχε ήδη φύγει εδώ και λίγη ώρα.
«Δεν ντρέπεσαι να μιλάς έτσι; Η ξένη γυναίκα τι σου έφταιξε; Για το καλό σου ήρθε!», τη μάλωσε η μαμά.
«Ναι… και μόνο τη ζυγαριά δεν έφερε για να μετρήσει την προίκα», απάντησε η Ηρώ στον ίδιο τόνο και, χτυπώντας την παλάμη της στο τραπέζι, τόνισε:
«Το φιάσκο της αγοραπωλησίας μου σταματάει εδώ!»
Και —ω του θαύματος— η μαμά-Ευαγγελία δεν έβγαλε λέξη. Την κοίταξε μόνο για λίγα δευτερόλεπτα ανέκφραστα και σιγομουρμούρισε:
«Σιγά να μη σου περάσει!»
Ύστερα άνοιξε τα ντουλάπια της κουζίνας, κατέβασε τα απαραίτητα και άρχισε να χτυπάει τα υλικά στο μίξερ, για ένα ακόμα κέικ.
***
Από ’κει και πέρα οι δρόμοι τους χωρίστηκαν. Ο καθένας έκανε το δικό του, μέσα στο ίδιο σπίτι. Μέχρι που σκόνταφταν ο ένας πάνω στον άλλο και τότε… ε, τότε έπαιρναν είδηση κατά που τραβάει ο «γείτονας»…
«Έι, γείτονα! Θα μαζευτείς και λίγο στο σπίτι σου; Όπως πας, θα ξεχάσουμε τη φάτσα σου!».
Ειρωνευόταν η κυρία-Ευαγγελία τον άνδρα της, που είχε εγκατασταθεί, για τα καλά, στο γραφείο του και περνούσε ώρες ολόκληρες εκεί, ακόμα και τα Σαββατοκύριακα.
«Έχω δουλειά!», έλεγε μόνο και… μην τον είδατε!
«Δε μας θέλει, παιδί μου! Πάει και τελείωσε! Τον ενοχλούμε!», εξηγούσε η μαμά-Ευαγγελία τις «δουλειές» του Ιωάννη και βρόνταγε πάλι τα μαχαιροπήρουνα στην κουζίνα.
«Τι μου θυμίζει αυτός ο θόρυβος… τι μου θυμίζει…;», προσπαθούσε η Ηρώ να βρει μια εξήγηση για όποιο μουντό συναίσθημα ξυπνούσε μέσα της αυτό το «τράγκα-τρούγκα» από την άλλη άκρη του σπιτιού.
«Το απόγευμα θα έρθει μία κυρία με… τον κουνιάδο της… με τον ανεψιό της…με τον γιό της…», όλο και προειδοποιούσε η μαμά για κάποια επόμενη επίσκεψη και στερεότυπα πρόσθετε για τον κάθε υποψήφιο γαμπρό: «Είναι ένα πρώτης τάξεως παλικάρι! Σε λίγο θα είναι διευθυντής…».
«Στα κοτέτσια της Δημαρχίας!», συμπλήρωνε η Ηρώ από το μέσα δωμάτιο.
Η μαμά-Ευαγγελία κούναγε το κεφάλι της με αποδοκιμασία, αγριοκοιτάζοντας προς τη μεριά της «ξεροκέφαλης» που της έλαχε για κόρη και… συνέχιζε τις προσπάθειες.
***