Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(32η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
(Πρόλογος σύνδεσης με τη συνέχεια: “Χιλιάδες όνειρα, γιατί πήγαν χαμένα!!!”. Αυτό είναι, βεβαίως, ένα τραγούδι, αλλά θα μπορούσε να είναι και το επαναστατικό σύνθημα μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών αδικημένων! Αδικημένων; Ναι, εις το όνομα του “κάτσε στ΄αυγά σου, γιατί εμείς κανονίζουμε για το τί θα είναι το μερίδιο της ζωής σου. Και θα είναι: Αυτό που θέλουμε εμείς…θηλυκό πλάσμα!”
Κι έτσι αρχίζουν οι επαναστάσεις, που γκρεμίζουν κάθε υποσχόμενη ευτυχία και αρμονική συνύπαρξη με τον άνδρα-σύντροφο!!!”)
***
Όσο περνούσε ο καιρός, η κυρία Ευαγγελία έμενε μόνη με τα σχέδιά της. Η Ηρώ είχε ανοίξει άλλους δρόμους και ονειρευόταν διαφορετικά πράγματα. Φαίνεται όμως πως τα όνειρά της ενδιέφεραν ελάχιστα τη μητέρα της και καθόλου –μα καθόλου– τον πατέρα της. Γι’ αυτό, ως φυσικό επακόλουθο, όταν τους ανακοίνωσε ότι ήθελε να ξεκινήσει μαθήματα πιάνου στο Ωδείο, ούτε που της έδωσαν σημασία.
Ο κύριος Ιωάννης, άλλωστε, εκείνη την ώρα άκουγε ειδήσεις. Την Ηρώ θα πρόσεχε! Όσο για την κυρία Ευαγγελία, το πέρασε για ανέκδοτο, όπως φαίνεται, και ξέσπασε σε γέλια.
—Μπα, σε καλό σου, παιδάκι μου! Μ’ έκανες και γέλασα!, είπε σκουπίζοντας τα μάτια της που είχαν δακρύσει.
—Μιλάω σοβαρά, μαμά. Θέλω να γραφτώ στο Ωδείο. Να μάθω πιάνο, και όχι μόνο. Σε παρακαλώ, άκουσέ με! ικέτευε η Ηρώ, ενώ είχε ενώσει τις παλάμες της μπροστά στο στήθος.
Η μαμά Ευαγγελία κατάλαβε τότε ότι η κόρη της δεν αστειευόταν, αλλά αυτό που της ζητούσε δεν χώραγε στο μυαλό της, και γι’ αυτό αντέδρασε.
—Μα αυτό είναι παράλογο. Τώρα θα σπουδάσεις μουσική; Στα γεράματα;
Και ξανάβαλε τα γέλια.
Η Ηρώ ένιωσε να παθαίνει κάτι σαν παράκρουση.
Μήπως είμαι 91 κι όχι 19; Μήπως, πράγματι, γέρασα και δεν το κατάλαβα; Μήπως έχω τρελαθεί και δεν το ξέρω;
Οι σκέψεις περνούσαν απανωτές και αστραπιαία από το μυαλό της. Προσπάθησε να πει κάτι, αλλά οι λέξεις μπερδεύονταν στο στόμα της, της έκλειναν τον λαιμό και δεν μπορούσε ν’ ανασάνει. Το έβλεπε καθαρά: ο χρόνος λιγόστευε γύρω της. Το τι θα κάνει ήταν στο χέρι της: ή θα παντρευόταν και θα θεωρούταν «νέα», ως μικροπαντρεμένη, ή θα γινόταν σίγουρα μια παράξενη, στριφνή γεροντοκόρη από τα είκοσι. Γιατί… κοντά ήταν τα είκοσι πέντε, κι ύστερα… να το που φτάσαμε κιόλας στα τριάντα.
Κάθε χρόνο, την Πρωτοχρονιά, θα της εύχονταν «καλή τύχη» και «μ’ έναν γαμπρό». Κι όσο περνούσαν τα χρόνια, θα σταματούσαν να της το εύχονται, για να μη θυμίζουν την αποτυχημένη της ζωή. Ακριβώς όπως η Ευθυμία, η μακρινή εξαδέλφη του πατέρα. Δεν την είχαν δει ποτέ, αλλά συχνά την ανέφεραν τελευταία, ως παράδειγμα προς αποφυγή: τη γεροντοκόρη.
Αναστέναξε ξανά και ξανά για να πάρει αέρα.
—Άντε, να πω στον ξυλουργό να σου ετοιμάσει κι ένα ράφι! Με τα μυαλά που κουβαλάς, θα πας χαμένη!
Η μαμά Ευαγγελία έδωσε τη χαριστική βολή.
Η Ηρώ κατάπιε τη θλίψη και τον εκνευρισμό της και η κυρία Ευαγγελία διέκοψε απότομα την πολιτική ενημέρωση του Ιωάννη, μέσα από τις εφημερίδες του, φωνάζοντάς τον.
—Τι θέλεις πάλι; την αποπήρε εκείνος.
—Λέω να της κάνουμε το χατίρι… Με τόσα που πέρασε… ας τη γράψουμε στο Ωδείο. Σιγά μη το συνεχίσει! Η ίδια θα το παρατήσει όταν έρθει ο γαμπρός.
Ο κύριος Ιωάννης έκλεισε το ραδιόφωνο, παραμέρισε την εφημερίδα του και έριξε μια γρήγορη ματιά στο ρολόι του. «Πρέπει να φύγω!», σκέφτηκε, ενώ ταυτόχρονα υπολόγιζε τις αποστάσεις: «Από ’δω μέχρι το Ωδείο… τόση ώρα· περνάμε τον κεντρικό δρόμο, μπαίνουμε στα στενά… είκοσι λεπτά με τα πόδια, να πας κι άλλο τόσο… πω, πω, πω!». Σύγκρυο τον έπιασε, αλλά συγκρατήθηκε. Κοίταξε κατάματα την Ευαγγελία και της είπε:
«Αν αναλαμβάνεις να την πας και να τη φέρνεις, δεν έχω αντίρρηση. Να πάει στο Ωδείο!»
«Κάθε φορά;», τρόμαξε η μαμά Ευαγγελία.
«Ναι, κάθε φορά, για όσα χρόνια θα σπουδάζει. Ξέρεις πού είναι το Ωδείο; Μέσα σε κάτι σοκάκια. Μόνη της θα την αφήσουμε; Κορίτσι πράμα!»
Τόνισε ιδιαίτερα τα τελευταία λόγια ο μπαμπάς και, παίρνοντας το καπελάκι του, ροβόλησε κατά το γραφείο του ήσυχος. Ήξερε ότι δε θα γινόταν τίποτα απ’ όσα ειπώθηκαν λίγο πριν.
Το καθήκον του το είχε κάνει: άφησε πίσω του τη βόμβα κι έφυγε σαν κύριος.
Πράγματι! Η καημένη η μαμά Ευαγγελία ένιωσε να τη διαπερνούν τα ρίγη της μελλοντικής της ταλαιπωρίας. Τόσα χρόνια… ποιος ξέρει πόσα… να πηγαινοέρχεται πάνω-κάτω στους δρόμους, για ψύλλου πήδημα! «Θα πέσω από τα πόδια μου!», θορυβήθηκε, ενώ ήδη άρχισε να νιώθει πονάκια ύποπτα στις αρθρώσεις της. «Α, πα, πα, πα! Μακριά από μένα αυτή η ταλαιπωρία, για τις ονειροφαντασίες της Ηρώς», μονολόγησε και με πίκρα συμπλήρωσε: «Αχόρταγο είναι αυτό το πλάσμα! Όλο και κάτι θέλει… κάτι έχει… αμάν πια! Να μη μας συμμερίζεται καθόλου! Τόσα και τόσα έχουμε τραβήξει γι’ αυτήν. Αλλά… τι περιμένεις; Αν δεν έχει φιλότιμο το σπλάχνο σου, αυτά τραβάς! Κατάλαβες, Ευαγγελία; Για να βάλεις μυαλό και να μη δίνεις τόση αγάπη στους άλλους… ούτε στο ίδιο σου το παιδί!»
Συμβούλεψε έτσι τον εαυτό της και, με ολοφάνερη απογοήτευση, έδωσε την απάντηση στην Ηρώ: ένα τρανταχτό «όχι!»
«Τα ωδεία και οι βιβλιοθήκες μυρίζουν μούχλα. Θα αποκατασταθείς μ’ έναν καλό γαμπρό, προτού “μπαγιατέψεις” και δεν ξέρουμε τι να σε κάνουμε εδώ μέσα!»
Αυτά, πάνω–κάτω, ειπώθηκαν και η Ηρώ έσκυψε το κεφάλι. Δεν είπε λέξη.
Μέσα της όμως κάτι έκανε “κρακ” — κάτι που δεν έφτασε στ’ αυτιά της μάνας.
Δεν είχε λόγια. Μόνο σιωπή. Και μια απόφαση που άρχισε να ριζώνει μέσα της.
***
Τη νύχτα εκείνη, η Ηρώ ξαναείδε στον ύπνο της μια τεράστια οχιά να τη γυροφέρνει και να προσπαθεί να τη δαγκώσει. Πετάχτηκε από τον ύπνο καταϊδρωμένη, ουρλιάζοντας: «Βοήθειααα!» Οι φωνές της, δυστυχώς, ξύπνησαν τον μπαμπά, κι η μαμά ξημέρωσε βάζοντάς του κομπρέσες στο στομάχι και βράζοντας χαμομήλι, για να τον ηρεμήσει. Τόσο μεγάλη ήταν η αναστάτωσή του! Την άλλη μέρα το πρωί, όλοι ήταν κατάκοποι από το ξενύχτι.
«Θα μας πεθάνει αυτός! Τίποτε δεν αντέχει!», μονολογούσε η μαμά-Ευαγγελία στην κουζίνα.
«Μαύρη είν’ η νύχτα στα βουνά, στους κάμπους πέφτει χιοοόνι…», τραγουδούσε η Ηρώ όλη την υπόλοιπη μέρα, κι η Ευαγγελία, εκνευρισμένη και αποσυντονισμένη, έκαψε το φαγητό. Το ξέχασε στον αναμμένο φούρνο, και καρβουνιάστηκε. Ε, τι να κάνει κι αυτή η χριστιανή! Το συγκεκριμένο τραγούδι πάντα της προκαλούσε μεγάλη ταραχή, κι η κόρη της διάλεξε τη μέρα να το τραγουδήσει στη «διαπασών»!
«Πω πω πω! Άκαρδο πλάσμα!», έλεγε μόνη της, τρίβοντας το καμένο ταψί, κι αναρωτιόταν… «Από ποιον έμοιασε αυτό το τέκνο; Λες και δεν είναι δικό μου παιδί! Μα, να μην πάρει τίποτα από την καλοσύνη μου! Ούτε από το μυαλό μου! Τι βάσανα είναι τούτα, τι βάσανα!» αναστέναξε βαριά. Της ήρθε να βάλει τα κλάματα, αλλά τα παραμέρισε γι’ αργότερα. Δεν ήταν ώρα για συναισθηματικές αηδίες.
Μάλωσε τον εαυτό της και καταπιάστηκε με το νέο της καθήκον: να κατασκοπεύει την κόρη της.
«Πού πας;»
«Πού πήγες;»
«Πού θα πας;»
«Πού είχες πάει;»
Αυτό δεν ήταν ανάκριση, παιδί μου! Ήταν περιχαρακωμένο στρατόπεδο με αόρατα συρματοπλέγματα και γλωσσικές αντικαταστάσεις του ρήματος “πηγαίνω”!
«Τον παρατατικό ξέχασες, μαμά. Μην κάνεις σκόντο στους χρόνους, γιατί θα βρω κάποιο άνοιγμα και θα σου δραπετεύσω!»
Η Ηρώ διασκέδαζε προκαλώντας την εκνευρισμένη μητέρα της, αφού είχε πλέον αποδεχτεί πως η κυρία-Ευαγγελία της είχε γίνει σκιά. Πολλές φορές ένιωθε το βλέμμα της κολλημένο στην πλάτη της, σαν άυλη βεντούζα, που την τραβούσε πίσω· βήμα παραπέρα δεν έκανε απ’ ό,τι της επέτρεπε η μάνα της.
«Για να σε σώσω πασχίζω! Αλλά πού να καταλάβεις εσύ, με τα μυαλά που φοράς!», δάκρυζε η καημένη από την αγνωμοσύνη της κόρης της.
«Από τι κινδυνεύω, τέλος πάντων! Εξήγησέ μου, μπας και καταλάβω τι έχεις στο δικό σου μυαλό!» προσπαθούσε με αγωνία να συνεννοηθεί η Ηρώ, μα… φαίνεται πως δεν είχε τις ευαίσθητες “κεραίες” της μητέρας της, για να “πιάνει” από μακριά τους κινδύνους που την απειλούσαν.
Γι’ αυτό και καταδικάστηκε να πηγαινοέρχεται πάνω-κάτω στον κεντρικό δρόμο της πόλης και ρούπι παραπάνω. Ο κεντρικός δρόμος, με τα πολλά μαγαζιά, ήταν η «περιφρουρούμενη» ζώνη του μπαμπά-Ιωάννη, που είχε στήσει ολόκληρο δίκτυο πληροφοριοδοτών: φίλοι, γνωστοί, κουρείς και βιβλιοπώλες του έδιναν ανελλιπώς αναφορά για κάθε εμφάνιση της Ηρώς.
Στη μία γωνία, ο βιβλιοπώλης, φίλος του. Απέναντι, ο ράφτης, πρώην συμμαθητής του στο γυμνάσιο. Στην παρακάτω, ο φαρμακοποιός, επίσης φίλος και ομοϊδεάτης του. Και μην ξεχνάμε τους τακτικούς πελάτες του, τον κουρέα, τον καστανά —που το καλοκαίρι πουλούσε στραγάλια και φιστίκια— πάντα στην ίδια γωνία. Όλοι αυτοί τον ενημέρωναν, κι ο μπαμπάς ησύχαζε. Έτσι, με αυτό τον ξεκούραστο τρόπο, παρακολουθούσε την κόρη του από μακριά.
«Σήμερα το πρωί πέρασε η Ηρώ!»
«Χθες το βράδυ είδα την κορούλα σου! Να τη χαίρεσαι!»
«Νωρίς το απόγευμα την είδα! Πώς ομόρφυνε!»
Τι χαρές ήταν αυτές! Τέτοιος συντονισμός! Τέτοια σύμπνοια στην πληροφόρηση! Ούτε οργανωμένο συνδικάτο! Ακόμη κι ο μπαμπάς-Ιωάννης απορούσε.
«Μα πόση εκτίμηση τρέφουν στο άτομό μου οι άνθρωποι!» καμάρωνε.
Άλλος γρίφος αυτός για την Ηρώ.
«Εκτιμούν τον μπαμπά και παρακολουθούν πόσες φορές περνάω απ’ το δρόμο; Πού κολλάνε αυτά τα δύο;» ρώτησε τη μητέρα της.
Η κυρία-Ευαγγελία καθυστέρησε λίγο να απαντήσει, κι αφού η Ηρώ δεν επέμεινε, το ξέχασε κι εκείνη. Ή μάλλον… δεν το ξέχασε. Είχε ήδη σκεφτεί την απάντηση και την κρατούσε έτοιμη για όποτε χρειαζόταν. Θα της έλεγε:
«Είδαμε την κόρη σου, κύριε Ιωάννη», πάει να πει «δεν περνά απαρατήρητη η σπορά σου, άξιε συμπολίτη μας!»
Πω πω! Πώς το σκέφτηκε! Δάκρυα συγκίνησης ανέβηκαν στα μάτια της! Όχι για να το παινευτεί, αλλά πάντα είχε ιδιαίτερη ευχέρεια στον προφορικό λόγο.
«Δικηγόρος έπρεπε να είχα γίνει, αλλά…» Το «αλλά» αιωρούνταν τρεμάμενο στον αέρα. Ποτέ δεν κατέβηκε στη γη. Γιατί αν κατέβαινε, μπορεί να βυθιζόταν πολύ βαθιά στα μονοπάτια της ζωής της… και να ξέθαβε πολλά. Γι’ αυτό κι εμείς δεν ξέρουμε τι άλλο να πούμε επ’ αυτού.
Ξέρουμε, όμως, ότι ο χειμώνας είχε μπει για τα καλά. Οι σόμπες στο σπίτι έκαιγαν ολημερίς. Ο παγωμένος αέρας ξύριζε τους δρόμους. Οι «φίλοι» και γνωστοί του μπαμπά είχαν αρχίσει να κάνουν μαύρα μάτια για να δουν την Ηρώ στον κεντρικό δρόμο. Μέχρι που ανησύχησαν:
«Κύριε Ιωάννη, πώς είσθε; Όλα καλά στο σπίτι; Η σύζυγος; Η κορούλα σας; Έχουμε καιρό να τη δούμε!»
«Κάνει πολύ κρύο. Δεν την εκθέτουμε στα ψυχρά ρεύματα!», τους πληροφόρησε ο μπαμπάς.
Και οι άνθρωποι ησύχασαν. Μπορούσαν πια να μαζέψουν τα σάλια τους και να επικεντρωθούν στις δουλειές τους, μέχρι να ζεστάνει ο καιρός και να ξαναβγούν τα δροσερά κορίτσια στους δρόμους… να βγει κι αυτό το πλάσμα, που το λένε Ηρώ… να το χαρούν με τα μάτια τους, που δεν χόρταιναν να ρουφούν τη δροσιά του.
***
Ο χειμώνας για την Ηρώ είχε τρία πλεονεκτήματα. Πρώτον, η μαμά δεν την έστελνε στα μαγαζιά για τις ατελείωτες αλλαγές σε όσα αγόραζε «σήμερα» και «αύριο» δεν της άρεσαν. Όπως, για παράδειγμα, εκείνο το πλαστικό τραπεζομάντιλο για το τραπέζι της κουζίνας: το πήρε με κόκκινα λουλούδια, το άλλαξε σε καρουδάκια και τελικά κατέληξε σ’ ένα μονόχρωμο, γιατί «έδενε καλύτερα με τα χρώματα της κουζίνας». Όλες αυτές τις αλλαγές τις έκανε η Ηρώ, «για να μαθαίνει!»
Δεύτερο πλεονέκτημα: οι κουραμπιέδες, τα μελομακάρονα, ο μπακλαβάς. Ταψιά γεμάτα, πιατέλες ξέχειλες, σιρόπια λαχταριστά!
«Μην τρως! Θα παχύνεις!», της φώναζε η μαμά.
Αλλά η Ηρώ φόρτωνε τρία-τρία τα γλυκά στο πιάτο και τα έπαιρνε στο δωμάτιο με τη σόμπα. Εκεί είχε κουβαλήσει και τα βιβλία της. Διάβαζε, έτρωγε, ξαναδιάβαζε και… βούλιαζε γλυκά στη θαλπωρή της ξυλόσομπας και στην πηχτή σιωπή του σπιτιού.
Το τρίτο πλεονέκτημα ήταν ο ίδιος ο χειμώνας. Οι ήχοι του. Ο δυνατός αέρας που βούιζε, λυγίζοντας τα δέντρα της γειτονιάς. Τα νερά της βροχής που γέμιζαν τις λακκούβες στο χωματόδρομο και το γνώριμο «πλιτς-πλατς» έσπαγε τη σιωπή. Και τα μπουμπουνητά! Αχ, όταν άρχιζαν τα μπουμπουνητά… Έτριζαν τα παραθυρόφυλλα και νόμιζες πως αναποδογύριζαν τα θεμέλια του σπιτιού. Τότε ήταν που την πλημμύριζε εκείνη η αλλόκοσμη αίσθηση.
Η μαμά-Ευαγγελία κουκουλωνόταν με τις κουβέρτες της, να γλιτώσει από κάποια σίγουρη καταστροφή. Ο πατέρας… ε, ο πατέρας ήταν «στις δουλειές του» — όπως καλά γνωρίζουμε πια. Η Ηρώ, λοιπόν, ήταν ελεύθερη. Ω, ναι! Ήταν ελεύθερη να πιάνει με το αυτί της τους ήχους της φύσης, να τους μεταφράζει σε ρυθμό και να τους συνοδεύει με μελωδία. Μια μελωδία που της υπαγόρευε μόνο η ψυχή της, και δεν την είχε ακούσει ποτέ αλλού. Ήταν η δική της μελωδία και την σιγομουρμούριζε!
«Τικ, τακ-τακ, τακ!» χτυπούσε τα ακροδάχτυλα στο τραπέζι.
«Τακ, τακ, τακ… παύση… μια αυτοσχέδια μουσική μελωδία και πάμε απ’ την αρχή!»
Ο αέρας απ’ έξω σιγοντάριζε. Η βροχή γέμιζε τα κενά.
«Τακ-τουκ, τουκ-τακ, τακ, τακ… μελωδία!» — κι απ’ έξω, η βροχή!
Οι ήχοι έδεναν μεταξύ τους με απερίγραπτη αρμονία. Ο ρυθμός απλωνόταν στον χώρο και ξέπλενε τη χρόνια σιωπή.
Όταν σταματούσαν τα μπουμπουνητά, ξετρύπωνε από τις κουβέρτες της η μαμά, έπλαθε μια αφράτη ζύμη και έψηνε τηγανόψωμο.
«Τι σ’ έπιασε όλο το μεσημέρι και δεν ησυχάσαμε; Γιατί βροντοκόπαγες;» γκρίνιαζε στην Ηρώ.
Μετά, της μπούκωνε στο στόμα ένα κομμάτι από ροδοψημένο τηγανόψωμο:
«Τρώγε, γιατί σε βλέπω… κατακίτρινη! Ε, και καλά να πάθεις! Αφού δεν κοιμάσαι το μεσημέρι, θ’ αρρωστήσεις στα σίγουρα!» ξαναγκρίνιαζε.
«Στο τέλος, και η γκρίνια της θα μπει στη νέα μου μουσική σύνθεση σαν ρυθμός!», σκεφτόταν η Ηρώ. Και για να κάνει δοκιμή, άρχισε πάλι να χτυπάει το τραπέζι, αυτή τη φορά με τις παλάμες:
«Μπαμ, μπαμ, μπαμ… τίκι, τίκι, τικ-τακ-τακ…και μελωδία ».
«Ιιωάννηηη! Φέρ’ της έναν γαμπρόόό! Θα μας τρελάνει!» φώναζε η μαμά προς τη μεριά της εξώπορτας, απ’ όπου — κάποια στιγμή — θα εμφανιζόταν ο κύριος Ιωάννης. Αυτό ήταν το μόνο σίγουρο!
***