Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(34η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
( Σύνδεση με το θέμα:”«Αισθήματα! Τι είναι αυτό το πράγμα; Πότε ασχοληθήκατε εσείς με το πώς νιώθω εγώ; Κάθε μέρα, το μόνο που είχε σημασία ήταν πώς νιώθατε εσείς — και αλλοίμονό μου αν το παράβλεπα! Θα πεθαίνατε από τη στεναχώρια… από την απογοήτευση… από τον θυμό… πάντα από κάτι που εγώ σας έκανα… εγώ, η άχρηστη! Έτσι δε μου λέγατε;”
Αυτή ήταν η Ηρώ. Και τώρα τί γίνεται; Τί επακολουθεί όταν γκρεμίζονται οι “σταθερές” που έχουν χτίσει οι αδυναμίες μας; Μήπως ξεσπάει η ασθένεια- μια και βρήκε πρόσφορο έδαφος-για να μας πάει πάλι πίσω εκεί που όλοι έχουμε βολευτεί;)
***
«Θα φύγω μαζί του! Δε με κρατάτε με τίποτα! Θα διαδώσω, όμως, στον κύκλο σας ότι με διώξατε, για να σας κάνω ρεζίλι! Όλοι θα μιλάνε για σας!»
Βροντοφώναξε η Ηρώ, τους χτύπησε εκεί που ήξερε πως θα πονέσουν και… το έκανε αδίστακτα.
Είχε πια φτάσει το απόγευμα όταν τους ανακοίνωσε τα… νεότερα. Ο πατέρας-Ιωάννης είχε πρώτα παρακολουθήσει το δελτίο ειδήσεων, είχε ξαναδιαβάσει την πρωινή του εφημερίδα και είχε πιει τον απογευματινό καφέ του. Μετά αναγκάστηκε ν’ ανοίξει τ’ αυτιά του και ν’ ακούσει τι του έλεγε η Ευαγγελία – γιατί τα μάτια της πετούσαν πύρινα βέλη.
«Λέγε, λοιπόν! Τι συμβαίνει πάλι;», την αγριοκοίταξε συνοφρυωμένος.
«Να σου πει η κόρη σου!», πέταξε με περιφρόνηση προς τον «σπόρο του» και παραμέρισε επιδεικτικά, γυρίζοντάς τους την πλάτη.
Η «κόρη του» του έδωσε να διαβάσει το γράμμα.
Τι κακό ήταν αυτό! Τι απερισκεψία! Ο φτωχός άνθρωπος δεν άντεξε το χτύπημα. Έπεσε ανάσκελα, με τα μάτια του να αναποδογυρίζουν! Ευτυχώς, η Ευαγγελία το είχε προβλέψει και κρατούσε δίπλα της μια κανάτα με νερό… τον περιέλουσε αμέσως!
Η Ηρώ τα χρειάστηκε.
«Ε, όχι και να φορέσω μαύρα αντί για νυφικό!», πρόλαβε να σκεφτεί κι αμέσως καταντράπηκε. Μα πάλι, δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
Ευτυχώς, ο μπαμπάς-Ιωάννης συνήλθε γρήγορα και —επίσης ευτυχώς— ακολούθησε ένας τρικούβερτος καβγάς. Να κάτι που η Ηρώ μπορούσε πια να εκτιμήσει: πόσο σωτήριες είναι κάποιες παλιές οικογενειακές συνήθειες… Σου δίνουν, βρε αδερφέ, λίγο χρόνο να ανασυγκροτηθείς, όταν τα ’χεις χάσει και παραπατάς, καθώς αναρωτιέσαι: να το βουλώσεις ή να εκραγείς;
«Συμπαράσταση χρειάζομαι τέτοιες ώρες, και όχι κατάβρεγμα! Ηλίθια! Ε, ηλίθια!»
Αυτός ήταν ο μπαμπάς. Το καταλάβατε.
«Εγώ τι τραβάω μ’ αυτό που μας βρήκε, το λογάριασες;»
Αυτή, φυσικά, ήταν η μαμά — αλλά το «αυτό που μας βρήκε» δεν ήταν ξεκάθαρο. Γι’ αυτό και, πολύ λογικά, η γυναίκα πρόσθεσε:
«Διάβασε παρακάτω, διάβασε παρακάτω, και θα δεις τι μας περιμένει… τι μας ετοιμάζει τούτη ’δω!», και του έχωσε το γράμμα στα μούτρα, αφού το μάζεψε απ’ το πάτωμα.
Η σιωπή που ακολούθησε ήταν γεμάτη υπόγειους κεραυνούς. Και μόλις ξέσπασαν στην ατμόσφαιρα, έτριξαν πάλι τα τζάμια — όχι, όμως, από τα λόγια του μπαμπά. Αυτά, ομολογουμένως, ακούστηκαν με τόσο ήπιο τόνο…
«Παιδί μου, πάρ’ το απόφαση πως θα σε θάψουμε μαζί μας», της χαμογέλασε κιόλας.
«Θα με… θά-ψε-τε, είπες; Θα με θάψετε μαζί σας;», φρίκαρε η μικρή.
«Κουφή είσαι, παιδί μου; Κουφή;», ούρλιαξε η μαμά και πρόσθεσε- «Θα σε έχουμε μαζί μας, είπε ο πατέρας σου!»
«Ναι, θα σε έχουμε πάντα μαζί μας. Δεν πρόκειται να πας πουθενά. Δυστυχώς, είσαι πολύ ευαίσθητη και πρέπει να σε προσέχουμε. Ξέρεις τι φορτίο είναι αυτό για μας;», πρόσθεσε με παράπονο ο πατέρας.
«Τι θέλεις να πεις, μπαμπά; Σ’ αυτό το γράμμα τι απαντάς;», επέμεινε, με απελπισία που δεν την έκρυβε πια.
«Χαζή είσαι ή τη χαζή παριστάνεις;», πετάχτηκε η μαμά.
«Σημαίνει πως δεν θα πας πουθενά. Μόνο μέχρι την ταράτσα. Θα χτίσουμε από πάνω, θα νοικοκυρευτείς εδώ και… θα ησυχάσουμε!»
Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα.
Και τι φωτιά ήταν αυτή που ξεπετάχτηκε από τα “αμπάρια” της Ηρώς! Απίστευτο.
«Θα φύγω μαζί του…»
Αυτό το είπαμε ήδη. Δεν καταφέραμε, όμως, να περιγράψουμε τι ακριβώς προκάλεσε η φράση «θα σας κάνω ρεζίλι» , στη συγκεκριμένη οικογενειακή συγκέντρωση.
«Ρεζίιιλιιι! Εσύ θα τολμήσεις να μας βάλεις στα στόματα του κόσμου! Θα μας ντροπιάσεις, εσύ;»
Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι και των δύο. Τέτοια σύμπνοια ούτε στον ύπνο τους δεν την είχαν γευτεί. Όρμησαν πάνω της με απλωμένα χέρια, λες και ήθελαν να τη στραγγαλίσουν.
Τους ξέφυγε και χώθηκε στην κουζίνα. Έτρεξαν ξοπίσω της. Την άρπαξαν από τα μαλλιά! Έδωσε όμως ένα τίναγμα και, με ένα σάλτο, σκαρφάλωσε στο ψηλό ντιβανο-μπαούλο. Τους κοίταξε από ψηλά και, με φωνή αγνώριστη, τους δήλωσε κοφτά:
«Θα φύγω! Πάρ’ τε το απόφαση! Αν μπορέσω, θα πάω στην άλλη άκρη της Γης. Θα βάλω και συρματόπλεγμα γύρω από το σπίτι μου, για να μην πλησιάσετε ποτέ ξανά στη ζωή μου. Μη στεναχωριέστε! Σας κάνω και χάρη. Σας ξεφορτώνω από το βάρος μου. Σαν αβάσταχτο σακί στον ώμο με κουβαλάτε όλα αυτά τα χρόνια… κι εγώ μουγγάθηκα, για να μη σας ενοχλώ. Βαρέθηκα να μην υπάρχω, να προσπαθώ να μην αισθάνομαι, να μη θέλω τίποτε παραπάνω απ’ ό,τι θέλατε εσείς! Δεν αντέχω άλλο αυτή τη φυλακή!»
Η φωνή της έφτασε πια σε μεγάλο ύψος για να συγκρατήσει το κλάμα. Τα δάκρυα όμως έτρεχαν, μουσκεύοντας το πρόσωπο και τον λαιμό της.
«Ντροπή σου! Πώς μας μιλάς έτσι; Δεν έχεις αισθήματα!», φώναξαν και οι δύο, με μια φωνή.
Η λέξη «αισθήματα» της έκοψε το κλάμα. Κατέβηκε από το ντιβανο-μπαούλο, σκούπισε τα μάτια της και τους κοίταξε ψυχρά.
«Αισθήματα! Τι είναι αυτό το πράγμα; Πότε ασχοληθήκατε εσείς με το πώς νιώθω εγώ; Κάθε μέρα, το μόνο που είχε σημασία ήταν πώς νιώθατε εσείς και αλλοίμονό μου αν το παράβλεπα! Θα πεθαίνατε από τη στεναχώρια… από την απογοήτευση… από τον θυμό… πάντα από κάτι που εγώ σας έκανα… εγώ, η άχρηστη! Έτσι δε μου λέγατε;
Τώρα όμως δεν έχω άλλες δυνάμεις για να σας στηρίξω… για να μην ‘πεθάνετε’! Λυπάμαι… παιδιά! Βγάλτε τα πέρα μόνοι σας! Κι εγώ, μόνη μου, θα προσπαθήσω. Αφήστε με τώρα… κουράστηκα!», κατέληξε με βαθιά θλίψη και, με βαρύ βήμα, πέρασε μπροστά τους.
Μπήκε στο δωμάτιό της, έκλεισε την πόρτα πίσω της και ξέσπασε σε βουβό κλάμα. Ήταν η πρώτη φορά που τους μίλησε έτσι… αλλά και η πρώτη φορά που τους λυπήθηκε τόσο, μα τόσο πολύ! Της μάτωσε την καρδιά το τρομαγμένο τους βλέμμα και το πανιασμένο πρόσωπό τους, όσο την άκουγαν.
«Κι όμως θα προχωρήσω… δεν κάνω πίσω… θα προχωρήσω!» έλεγε και ξανάλεγε, κι απανωτά προσευχόταν:
«Θεέ μου, σε παρακαλώ, προστάτεψέ τους… εγώ θα προχωρήσω… Εσύ τώρα, Θεέ μου… εγώ δεν μπορώ… δεν μπορώ… δεν μπορώ άλλο, δεν μπορώ!»
Παραμιλούσε, ενώ ένιωθε το κορμί της να καίγεται.
Μια κρύα κομπρέσα στο πρόσωπο την ξάφνιασε. Μισάνοιξε τα μάτια… σαν να είδε από πάνω της το πρόσωπο της μαμάς… Τι ζάλη ήταν αυτή! Εκεί ήταν κι ο μπαμπάς… άκουσε τη φωνή του… Μπααα… όνειρο θα ήταν…
Το παραμιλητό της σταμάτησε προς τα ξημερώματα. Ο πυρετός που ανέβασε τούς κράτησε όλους στο πόδι.
«Ψήνεται…», ψιθύρισε η μαμά και της άλλαξε την κομπρέσα με νερό και ξύδι.
«Τι πάθαμε! Να μου κοβόταν η γλώσσα! Τι έπαθα! Τι έπαθα!», έλεγε ο πατέρας και πηγαινοερχόταν πάνω-κάτω στο δωμάτιο, χωρίς να ησυχάζει.
«Μα… τι της κάναμε; Για το καλό της δεν πασχίζαμε; Για ποιο πράγμα μας κατηγορεί τόσο;» αναρωτιόταν η Ευαγγελία, προσπαθώντας να καταλάβει τα «ακαταλαβίστικα λόγια» —όπως τα έλεγε— της Ηρώς.
Αλλάζοντας τις κομπρέσες και μετρώντας τον πυρετό της, κατάπινε τα δάκρυά της.
«Δεν πρέπει να με δει το παιδί να κλαίω, έχει πυρετό!» μάλωσε τον εαυτό της, και κράτησε μέσα της τα υπόλοιπα δάκρυα.
Το ξημέρωμα τη βρήκε ψύχραιμη. Χαμογέλασε στον άντρα της, που λαγοκοιμόταν στον καναπέ.
«Έχει ακόμα πυρετό;» τη ρώτησε με αγωνία.
«Είναι απύρετη», τον καθησύχασε.
Σκέπασε καλά το κορίτσι της με μια κουβέρτα και κάθισε πλάι του.
«Τι θα κάνουμε, γυναίκα;» τη ρώτησε με αμηχανία.
«Ό,τι ξέρουμε, άντρα μου… ό,τι ξέρουμε», επανέλαβε μηχανικά.
Ύστερα ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Βολεύτηκαν στον καναπέ και αποκοιμήθηκαν.
***
Το φως της ημέρας, καθώς φαίνεται, διορθώνει πολλά και με αναπάντεχους τρόπους.
Έτσι, μόλις ο ήλιος ανέβηκε πάνω από το απέναντι βουνό, η μαμά-Ευαγγελία έπεσε γονατιστή στην κουζίνα, μπροστά στον νεροχύτη, την ώρα που ετοίμαζε το πρωινό τσάι.
«Θεέ μου! Βοήθεια!», φώναξε και η φωνή της τρόμαξε την Ηρώ, που εδώ και ώρα προσπαθούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι της, αλλά δεν τα είχε καταφέρει. Δοκίμασε άλλη μία φορά, όμως το κεφάλι της ήταν τόσο βαρύ, που την τράβηξε πίσω στο στρώμα. Η αναπνοή της έκαιγε. Το μέτωπό της έβραζε.
«Αυτό μου έλειπε! Να αρρωστήσω τώρα, που πρέπει να πάρω αποφάσεις!», σκέφτηκε.
Ξαναπροσπάθησε να σηκωθεί… τίποτα! Το ταβάνι γύριζε.
«Ηρώώώ!Ηρώώώ!»
Η φωνή της μαμάς ακούστηκε από την κουζίνα! Κάτι είχε συμβεί. Ήταν ολοφάνερο από τη μακρόσυρτη κραυγή. Ζητούσε βοήθεια!
Πετάχτηκε όρθια και το πώς βρέθηκε στην κουζίνα δεν το θυμόταν ποτέ. Η μαμά ήταν γονατισμένη, πιασμένη με τα δυο της χέρια από τον μαρμάρινο νεροχύτη, και προσπαθούσε ν’ ανασάνει. Ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το μέτωπό της.
Δίχως δεύτερη σκέψη, η Ηρώ την έπιασε απ’ τους ώμους και την ξάπλωσε μαλακά στο πάτωμα.
«Μη φοβάσαι, μαμά, είμαι εδώ!», της φώναξε στ’ αυτί, γιατί η μαμά έχανε τη γη κάτω απ’ τα πόδια της.
Πότε ήρθε ο γιατρός; Πότε το ασθενοφόρο; Πότε βρέθηκαν στο νοσοκομείο; Ο χρόνος συμπτύχθηκε σε μια στιγμή, σάρωσε ό,τι είχε προηγηθεί.
Το μόνο που έμεινε σταθερό ήταν ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, η μαμά ξαπλωμένη σ’ αυτό να χαμογελάει άτονα, ο μπαμπάς να πηγαινοέρχεται φέρνοντας πορτοκάλια, οι γιατροί να δίνουν οδηγίες…
Κι η ζωή να συνεχίζεται, απτόητη, έξω από τα παράθυρα του νοσοκομείου.
***
Ο Νίκος;
Αχ, ναι… και ο Νίκος περίμενε απάντηση! Τι να του πει η Ηρώ; Και τι ν’ αποφασίσει;
Εδώ ο κόσμος καίγεται!
«Σε καλό σου, Ευαγγελία μου! Τι έπαθες;» ρωτούσαν οι γειτόνισσες όταν γύρισε η μαμά στο σπίτι, με το καλό. Και συνέχιζαν:
«Μήπως… καμιά μεγάλη στενοχώρια; Τι θα πει, έμεινες στον τόπο από τους πόνους; Στα καλά καθούμενα; Ποια ήταν η διάγνωση;»
«Κοιλιακό άλγος… αγχώδης διαταραχή… κολικός του νεφρού», διάβαζε το χαρτί του γιατρού η μαμά-Ευαγγελία και συμφωνούσε με τις ανήσυχες γειτόνισσες:
«Ναι, όλα αυτά ξέσπασαν μετά από μεγάλη στενοχώρια!»
Άκουγε τις κουβέντες η Ηρώ από το διπλανό δωμάτιο και μάθαινε:
Όλες οι καταστροφές στους δικούς της συνέβαιναν εξαιτίας της!
Αυτή – και μόνο αυτή – τους “έσκαγε” τους ανθρώπους!
Να και ο μπαμπάς!
Αλώβητος θα έμενε απ’ το κακό; Έσκασε κι εκείνος!
Γι’ αυτό και πήρε τα βουνά. Έγινε κυνηγός και σημάδευε τους λαγούς – όποτε ήθελε και για όσο ήθελε.
«Αυτό τον έσωσε!», συμφώνησαν οι γιατροί, που εν τω μεταξύ είχαν διαγνώσει «αγχώδη γαστρίτιδα», «κατάθλιψη» και… κάτι ακόμα που στο σπίτι δεν το κατάλαβαν ποτέ καλά.
Τώρα… πότε ακριβώς και με ποια σειρά έγιναν όλ’ αυτά, δεν θα μπορούσε να το πει η Ηρώ. Ο χρόνος, βλέπεις, μέσα στο κεφάλι της είχε γίνει κουβάρι κι είχε μπερδέψει όλα όσα ήθελε κι όσα δεν μπορούσε να έχει.
Ιδίως μετά την κουβέντα του μπαμπά και της μαμάς, που την είχε κρυφακούσει από την ανοιχτή πόρτα του δωματίου της…
Ε, καλά… μετά απ’ αυτό δεν χωρούσε τίποτα άλλο να αποφασίσει, ούτε να κάνει, ούτε να σκεφτεί!
Όλα ήταν προαποφασισμένα!
Μόνο το γραμμένο συμβόλαιο έλειπε και η σφραγίδα της οικογένειας από κάτω!
«Άδειασε το σπίτι μας, μόλις είπε ότι θα φύγει! Μου πάγωσε το αίμα! Ολομόναχοι θα μείνουμε, Ιωάννη; Έπεσαν οι τοίχοι και με πλάκωσαν, σου λέω! Δεν το αντέχω αυτό!»
Η μαμά μισοέκλαιγε κι ο μπαμπάς την καθησύχαζε με χαμηλή φωνή:
«Θα της περάσει. Μην της ξαναπείς λέξη. Άστο να ξεχαστεί! Άκου εκεί… θα φύγει! Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάται – κι αυτή και εκείνος ο… πώς τον είπαμε; Που της πήρε τα μυαλά.
Δε συμφέρει προς το παρόν να εξωθήσω τα πράγματα…
Αλλιώς…»
Ύψωσε τη γροθιά στον αέρα ο μπαμπάς-Ιωάννης και πήγε να υψώσει και τη φωνή.
Κάτι του ψιθύρισε όμως η Ευαγγελία και… όλα ησύχασαν.
***