Ένα μυθιστόρημα της Μαίρης Μάκρα
(33η συνέχεια)
Έτσι χτυπάει την πόρτα το πεπρωμένο μας – (Λούντβιχ βαν Μπετόβεν)
***
( Σύνδεση με το θέμα: Η Ηρώ μπορεί τώρα “να πάει να κρεμαστεί”! Και τί σχέση έχει αυτή η καταδικαστική απόφαση με ένα αθώο δέμα- και μάλιστα “συστημένο”-που έφερε ο ταχυδρόμος; Όταν το πεπρωμένο χτυπάει την πόρτα…οι άνθρωποι δεν ρωτάνε πολλά. Απλώς σκύβουν το κεφάλι! Η ερώτηση είναι: σε ποιόν σκύβει το κεφάλι η Ηρώ; Στο πεπρωμένο ή στην κατάρα κάποιου γονέα 😉
***
ΜΟΝΟ ΕΝΑ -( Ν )
Η μέρα που ο ταχυδρόμος χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού ήταν Δευτέρα.
«Καλή εβδομάδα, κυρία Ευαγγελία! Πού είναι η κόρη σου; Έχει δέμα – και επειδή είναι συστημένο, πρέπει να υπογράψει», φώναξε από το κάτω μέρος της σκάλας.
Η μαμά Ευαγγελία, από το πάνω μέρος, έκανε τον σταυρό της.
«Μη χειρότερα! Η Ηρώ, δέμα; Από πού κι ως πού; Όποιος θέλει να της δώσει κάτι… έχει γονείς το κορίτσι, δεν είναι ορφανό!»
«Δεν ξέρω τι μου λες εσύ. Εγώ έχω δέμα για την κόρη σου. Πες της να έρθει να υπογράψει για να πάω στη δουλειά μου», επέμεινε ατάραχος ο ταχυδρόμος.
Το δέμα ήταν ένας μεγάλος, φουσκωτός φάκελος, δεμένος καλά από χίλιες μεριές. Ο τρόπος που τον κρατούσε έδειχνε πως ήταν βαρύ — ή τουλάχιστον όχι ελαφρύ.
Η Ηρώ κατέβηκε τις σκάλες, σπρώχνοντας στο πλάι τη μητέρα της, που προσπαθούσε να την εμποδίσει.
«Κάνε στην άκρη, μαμά! Θα γκρεμοτσακιστούμε χωρίς λόγο!»
Την παραμέρισε και έφτασε πρώτη στο πλατύσκαλο της εισόδου. Υπέγραψε. Πήρε το «συστημένο» της στην αγκαλιά —ήταν μεγαλούτσικο— και με φανερή βιασύνη και μεγάλη περιέργεια ανέβηκε τα σκαλοπάτια.
Η μαμά Ευαγγελία την ακολούθησε, με σφιγμένο το πρόσωπο.
«Κάτι δεν μου πάει καλά… Έχω κακό προαίσθημα!» μονολογούσε, κάνοντας τον σταυρό της. «Σε καλό μας, Παναγία μου!»
Ύψωσε τα μάτια της στον ουρανό και στάθηκε πάνω από το κεφάλι της Ηρώς, καθώς εκείνη ήταν σκυμμένη στον καναπέ. Είχε σχίσει με ανυπομονησία όλα τα χοντρά χαρτιά που τύλιγαν το δέμα και τώρα είχε μείνει άφωνη — σκυμμένη πάνω από… το πορτραίτο της.
«Καλέ! Αυτή είσαι εσύ!» ξαφνιάστηκε η μαμά Ευαγγελία.
«Εγώ είμαι… ναι, είμαι εγώ», επανέλαβε με αμηχανία η Ηρώ και κάθισε σε μια καρέκλα λίγο πιο πέρα. Τα μάτια της, όμως, έμεναν καρφωμένα στον ζωγραφισμένο πίνακά της.
«Ποιος το στέλνει;»
Ανυπόμονη –και φανερά θορυβημένη– η μαμά πήρε την απόδειξη του συστημένου και διάβασε το όνομα του αποστολέα: Νικήτας Φωτεινός.
“Ποιος είναι αυτός; Πού τον γνώρισες; Με ποιο δικαίωμα σε ζωγράφισε; Μίλα, καλέ! Μίλα, σου λέω!»
Απανωτές οι ερωτήσεις, σε συναγερμό η μαμά. Η Ηρώ όμως; Να απαντήσει; Όχι δα! Να εξαφανιστεί… ναι, θα μπορούσε. Μα για να αρθρώσει λέξη; Λίγο δύσκολο, με τον κεραυνό που μόλις την είχε χτυπήσει στο κεφάλι!
Ήξερε πολύ καλά ποιος της έστειλε το πορτραίτο — κι ας την ξάφνιασε το όνομα Νικήτας. Ως Νίκο τον είχε γνωρίσει. Γνώριζε ακόμα και τη λεπτομέρεια από τα χέρια που το ζωγράφισαν: το θερμό τους άγγιγμα! Πόσο πίσω στον χρόνο τον είχε αφήσει… λες και τον είχε συναντήσει σε άλλη ζωή. Και μόνο στα όνειρά της μπορούσε να τον καλεί και να έρχεται, έστω σαν οπτασία, κοντά της, για να αντέξει η ψυχή της το άδειο σκηνικό αυτής της ζωής.
Ένας λυγμός ανέβηκε στον λαιμό της και τον έκλεισε. Έβηξε για να τον διώξει, κι αμέσως αντίκρισε τα κόκκινα από θυμό μάτια της μητέρας της. Ήταν έτοιμα να την πυρπολήσουν και να την αφανίσουν από προσώπου γης.
Στα χέρια της κρατούσε ένα γράμμα και το τίναζε μπροστά στο πρόσωπό της.
Ήταν μαζί με το πορτραίτο, μα μέσα στο ξάφνιασμα, η Ηρώ δεν το είχε προσέξει. Η Ευαγγελία, όμως, είχε μάτια για όλα τα ανοσιουργήματα της κόρης της· κι αυτό το γράμμα ήταν κάτι παραπάνω από αμαρτία! Ήταν το «Πυρ το Εξώτερον», στο οποίο κυβερνάει ο «Έξ’ από ’δω»!
Το κράτησε ανοιχτό, πάνω από το κεφάλι της «αμαρτωλής», και της διάβασε την ευχή της μάνας — την ιερή:
«Να πας να κρεμαστείς! Δεν σε χωράει πια το τίμιο σπίτι μας! Σε ποιον αλήτη έδωσες το δικαίωμα να σε λέει “μωρό μου”; Ε; Λέγε, βρε ρεζίλι της κοινωνίας! Θα πεθάνει ο πατέρας σου!»
Η Ηρώ αναπήδησε και άπλωσε το χέρι της.
«Δώσ’ το μου! Δικό μου είναι!», φώναξε με απόγνωση.
Η μαμά-Ευαγγελία, όμως, το ανέμιζε πάνω από το κεφάλι της και συνέχιζε ειρωνικά:
«Ναι, μωρό μου, εγώ είμαι. Όπως βλέπεις…»
Δεν πρόλαβε το παρακάτω. Η Ηρώ έκανε ένα σάλτο απόγνωσης και της το άρπαξε στον αέρα.
«Μαμά…!» πήγε να πει, μα η φωνή της αντί ν’ ακουστεί, γύρισε προς τα μέσα, σαν αέρας πηχτός. Στόμωσε στη μέση του λαιμού της και η αναπνοή της κόπηκε. Σαν μέσα από ομίχλη, διέκρινε το πρόσωπο της μητέρας της να σχηματίζει αλλόκοτους μορφασμούς.
«Μμα… μμάά!», προσπάθησε πάλι, σαν να της ζητούσε βοήθεια.
«Το μεσημέρι που θα ’ρθει ο πατέρας σου, θα δώσεις εξηγήσεις!»
Την πάγωσε η φωνή της μάνας και έμεινε στήλη άλατος η «αμαρτωλή» κόρη, μέσα σ’ ένα τεράστιο κενό όπου δεν υπήρχε αέρας.
Μετά… όλα έγιναν βαριά κι ασήκωτα γύρω της. Ακόμα και τα δευτερόλεπτα σταμάτησαν στο ρολόι του τοίχου. Τα βήματα της μαμάς δεν ακούγονταν πουθενά. «Λες να πέθανε;» αναρωτήθηκε, αλλά τόσο αχνά, γιατί δεν είχε δύναμη ούτε να σκεφτεί· πόσο μάλλον να σηκωθεί από τον καναπέ, που είχε σωριαστεί, για να δει τι συμβαίνει και δεν ακούγεται τίποτα.
«Ο καθένας με τη μοίρα του!», αχνοσκέφτηκε ξανά, κι έπειτα, με μια ύστατη προσπάθεια, κατάφερε να φέρει το γράμμα —που ακόμα κρατούσε σφιχτά— μπροστά στα μάτια της. Και διάβασε:
«Ναι, μωρό μου, εγώ είμαι. Όπως βλέπεις, σε κράτησα γερά στη σκέψη και στην καρδιά μου, για να σε ζωγραφίσω ακόμα μία φορά.
Μην ανησυχείς! Τα ξέρω όλα. Η θεία σου η Μαρία με κάλεσε σπίτι της και μου εξομολογήθηκε όλη την αλήθεια. Ντρεπόταν πολύ. Δεν έχει σημασία πώς ξεκίνησε η γνωριμία μας, αλλά πώς θα καταλήξει. Κι εγώ θέλω να καταλήξει με σένα — μαζί μου. Σε θέλω στη ζωή μου, Ηρώ. Εύχομαι και ελπίζω να το θέλεις κι εσύ.
Το γράμμα αυτό είναι μία πρόταση: να έρθεις μαζί μου στην Αμερική. Όπως σου έχω πει, θα πάω εκεί με υποτροφία από το Πανεπιστήμιο, για μεταπτυχιακό στην επιστήμη μου (Γεωπονική). Τα χρήματα της υποτροφίας καλύπτουν δύο άτομα. Έλα μαζί μου. Εκεί μπορείς να σπουδάσεις κι εσύ ό,τι σου αρέσει. Σκέψου το και απάντησέ μου.
Περιμένω… σε περιμένω… και θα σε περιμένω,
γιατί σ’ αγαπώ πολύ.
(Ν)
Ένα (Ν) μέσα σε κύκλο… Η Ηρώ πήρε βαθιά ανάσα. Ο αέρας πλημμύρισε τα πνευμόνια της και της άνοιξε φτερά. Δεν μπορούσε να μείνει ακίνητη ούτε στιγμή. Άρχισε να πηγαινοέρχεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, προσπαθώντας να καταλαγιάσει την ένταση. Μέσα στη σκέψη της ξεπρόβαλαν, σαν ζωγραφιά, κάτι σύνορα. Τα φύλαγαν, λέει, ένοπλοι στρατιώτες. Εκείνη όμως πετούσε από πάνω τους και κανείς δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Έτρεχε μακριά, μέσα σε μια χώρα άγνωστη, απέραντη και τόσο μεγάλη που δεν έβλεπε την άκρη της. Η καρδιά της μεγάλωνε, φούσκωνε από χαρά, και ήθελε να τη μοιραστεί με όλο τον κόσμο.
«Τι πειράζει αν η μαμά με μαλώνει; Αν της εξηγήσω πόσο όμορφα νιώθω, σίγουρα θα χαμογελάσει!» σκέφτηκε και ένιωσε να παίρνει κουράγιο. Αναθάρρησε και ξεκίνησε να την αναζητήσει.
Δεν ήταν σε κανένα δωμάτιο. Ανέβηκε στην ταράτσα και τη βρήκε εκεί: καθισμένη σ’ ένα σκαμνί, με το πρόσωπο κρυμμένο ανάμεσα στις παλάμες, κοίταζε ανέκφραστη το ατέλειωτο γαλάζιο του ουρανού που απλωνόταν πάνω απ’ το κεφάλι της.
«Μαμά…» πλησίασε δειλά.
«Εξαφανίσου απ’ τα μάτια μου! Να πέθαινες, καλύτερα!» βρυχήθηκε εκείνη, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει.
Η Ηρώ οπισθοχώρησε τρομαγμένη, λες και την είχε σπρώξει κάποιος με δύναμη για να την εξαφανίσει. Και πράγματι, ως δια μαγείας, ώσπου να κατέβει τα σκαλιά της ταράτσας, είχε χαθεί το κορίτσι που εκείνοι γνώριζαν ως τότε. Στη θέση του είχε προβάλλει μια άλλη Ηρώ!
***