14 Ιουνίου 2026
Λογοτεχνία

Το μαύρο κουτί

Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης

Το μαύρο κουτί

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

Το ψάξιμο στο σπίτι του χωριού ήταν μεγάλη απόλαυση. Κάθε πράγμα που ανακάλυπτα κρυμμένο στα ντουλάπια, τα ράφια και τα μπαούλα , με μετέφερε σε ένα άλλο κόσμο, διαφορετικό , σε μία άλλη εποχή.

Οι φωτογραφίες και τα αντικείμενα βεβαίως ήταν μόνο τα εποπτικά μέσα , όπως μας έλεγαν και στο σχολείο. Η θεωρία βρισκόταν στα γράμματα, τα βιβλία αλλά και στις αφηγήσεις των μεγαλυτέρων.

Πάνω σε ένα από τα ράφια της κουζίνας υπήρχε ένα μικρό μαύρο ντενεκεδένιο κουτάκι. Πολλές φορές ρωτούσα τη γιαγιά για το περιεχόμενο του, όμως πάντα μου έδινε την ίδια απάντηση. – Θα σου εξηγήσει ο πατέρας σου όταν μεγαλώσεις.

Κάποια στιγμή η ερώτηση, όπως ήταν φυσικό για κάποιο περίεργο που δεν σταματάει να ρωτά, στράφηκε στον πατέρα μου.
– Τι έχει μέσα εκείνο το κουτάκι, μπαμπά;

Εκείνος επειδή ήξερε πως αν δεν μου πει, δεν επρόκειτο να σταματήσω τις ερωτήσεις, άπλωσε το χέρι του και κατέβασε το μικρό κουτάκι από το ράφι. Η λαχτάρα μου ήταν πολύ μεγάλη. Και γινόταν ολοένα μεγαλύτερη όσο ο πατέρας μου αργούσε να ανοίξει το σκουριασμένο καπάκι του.

Τα μάτια μου διάπλατα περίμεναν να δουν τι ήταν αυτό που έπρεπε να δω μόνο όταν μεγαλώσω. Τα αφτιά μου προσπαθούσαν να διακρίνουν ήχους από το περιεχόμενο και η φαντασία μου οργίαζε προσπαθώντας να ερμηνεύσω αυτούς τους πολλαπλούς μεταλλικούς θορύβους που έβγαιναν από το εσωτερικό του.

Ο πατέρας μου έπαιζε με την ασυγκράτητη περιέργεια μου και επειδή πάντα έδινε σημασία στον τρόπο που εξηγούσε κάτι, κουδούνιζε στον αέρα κανα-δυο φορές ακόμα το κουτί , κάνοντας εμένα να αναστενάξω από την ανυπομονησία.
– Άντε καλέ μπαμπά , θα μου δείξεις τι έχει εκεί μέσα; Ρώτησα απεγνωσμένα, ενώ τα μάτια μου άρχισαν να βουρκώνουν από την πολλή φόρτιση.

Τελικά εκείνος το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και προσπάθησε να το ανοίξει. Μάταια όμως . το σκουριασμένο καπάκι του είχε κολλήσει και δεν άνοιγε με τίποτα . Πήρε ένα μαχαίρι που βρήκε στο τραπέζι και το έχωσε στη σχισμάδα. Μετά από την δεύτερη προσπάθεια ακούστηκε ένα ξερό <<χράτς>> και το καπάκι τινάχτηκε στον αέρα.

Τα μάτια μου καρφώθηκαν μέσα στο κουτί . Εκείνος τα άδειασε όλα πάνω στο τραπέζι. Ήταν μικρά μπρούτζινα σωληνάκι ταπωμένα στο πίσω μέρος , που έμοιαζαν με μικρά φυσέκια και μερικά άλλα σαν μεγάλες μύτες μολυβιού.
-Αυτά που βλέπεις είναι σφαίρες , κάλυκες και βλήματα από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο , μου είπε ο πατέρας μου.
-Και πως βρέθηκαν εδώ ; τον ρώτησα. Έγινε κι εδώ πόλεμος; -Όχι, συνέχισε ο πατέρας μου. Αυτά τα έφεραν σαν ενθύμιο οι στρατιώτες από τις μάχες που έκαναν. Αυτές οι σφαίρες που βλέπεις έχουν η κάθε μια τους και κάποια ιστορία. Οι πιο πολλές είναι θλιβερές. Όμως υπάρχει και μία κωμική.

Όσο μου έλεγε αυτά ο πατέρας μου , η γιαγιά είχε πλησιάσει κρατώντας στα χέρια της ένα μάτσο από παλιές φωτογραφίες και γράμματα, τυλιγμένα με ένα χοντρό κιτρινισμένο σπάγκο. Αφού το άνοιξε προσεκτικά αράδιασε μερικές από δαύτες στο τραπέζι δίπλα στις σφαίρες. Πήρε μια στο χέρι . Τα χρώματα της είχαν γίνει καφετιά και ήταν σχισμένη στην μια της γωνία.

Δύο στρατιώτες αγκαλιασμένοι ποζάριζαν όλο καμάρι και παλικαριά. Τα τσιγκελωτά μουστάκια τους έφταναν μέχρι τα αφτιά τους. Οι στολές τους καλοσιδερωμένες , τους έδιναν περισσότερη λεβεντιά που την συμπλήρωνε το στραβοφορεμένο πηλίκιο τους. Πίσω ένα πανό που έγγραφε << ΕΝΘΥΜΙΟ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ >> . Στα πόδια τους ένας μαύρος όγκος μαλλιαρός που έκρυβε τις καλογιαλισμένες αρβύλες τους.
-Τι είναι αυτό το πράγμα εκεί ; Ρώτησα με απορία.

Ο πατέρας μου πήρε στα χέρια ένα από τα βλήματα στραβωμένο σαν μισοφέγγαρο και η γιαγιά άνοιξε με προσοχή ένα κιτρινισμένο γράμμα από την στοίβα και άρχισε να διαβάζει:

<< Εσκίζ εχίρ 12/11/1921

Αγαπημένα μας αδέλφια

Είμαστε καλά και το ίδιο επιθυμούμε για σας. Σας στέλνουμε μία φωτογραφία με το αγριογούρουνο που κόντεψε να σκοτώσει το Νικόλα. Αλλά τώρα να τι έπαθε. Έχει πολλά αγριογούρουνα εδώ . Περνούσαμε με το τάγμα μας από ένα δάσος πυκνό και για λόγο χαθήκαμε από τους υπόλοιπους. Δεν ακούγαμε ούτε τις φωνές τους.

Σε κάποια στιγμή άκουσα μουγκρητά και σκέφτηκα πως είναι κάποιος πληγωμένος δικός μας ή τούρκος. Ξαφνικά βλέπω το αδελφό μας το Νικόλα να πετά το Γκρά του και να τρέχει φωνάζοντας το όνομά μου. Στρατή, Στρατή ! Βοήθεια!. Ανάμεσα στους θάμνους δεν μπορούσα να διακρίνω τι ήταν αυτό που τον κυνηγούσε .

Ο Νικόλας κατάκοπος και ιδρωμένος συνέχιζε να τρέχει γύρω – γύρω από ένα δέντρο , ενώ τα μουγκρητά ακούγονταν να τον ακολουθούν. Έτρεξα προς το μέρος του και είδα να τον κυνηγά ένα αγριογούρουνο κι ο Νικόλας να τρέχει και να μην ξέρει που να κρυφτεί. Τότε του φώναξα. – Ανέβα στο δέντρο γρήγορα.

Ο Νικόλας πήδηξε κι άρπαξε ένα κλαδί κι από κει σκαρφάλωσε στο δέντρο , ενώ το αγριογούρουνο έκατσε από κάτω και τον περίμενε να κατέβει . Ήταν πολύ αγριεμένο κι από το θυμό του δεν έβλεπε γύρω του . Έτσι ήταν πολύ εύκολο για μένα να γεμίσω και να του ρίξω . Το σκότωσα με τη πρώτη αλλά για καλό και για κακό πήρε και μια δεύτερη .

Το υπόλοιπο τάγμα άκουσε τους πυροβολισμούς και έτρεξε να μας σώσει. Όμως όλοι γέλασαν με τον Νικόλα που είχε μείνει στο δέντρο και δεν ήθελε να ξανακατεβεί κάτω. Σκεφτείτε τι φόβο πήρε ο κακομοίρης.

Σας στέλνω μέσα στο γράμμα και μια από τις σφαίρες που του έριξα και μια φωτογραφία για να θυμάστε .

Με πολλή αγάπη
Τα αδέλφια σας
Στρατής και Νικόλας.

Υποστηρίξτε την προσπάθεια των συντελεστών της e-enimerosi.com Η οποία ενημερώνει για όλα τα θέματα του ελληνισμού αλλά και του κόσμου. Μια σελίδα φτιαγμένη με αγάπη από ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται σε διάφορα σημεία της Ευρώπης. Μιας ιστοσελίδα της διασποράς με έδρα την Γερμανία και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Κάντε την δική σας δωρεά εδώ για να βοηθήσετε την προσπάθειά μας. Σας ευχαριστούμε θερμά!!!