Γράφει ο Χαράλαμπος Κοιλιάρης
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ ΣΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ
Μετά της Παναγίας το δεκαπενταύγουστο όλοι περιμέναμε με λαχτάρα να
φανούν τα πρώτα σιουτάκια. Να ξεχυθούμε στα χωράφια πάνοπλοι και να
αποδείξουμε τον ανδρισμό μας κυνηγώντας αυτά τα μικροσκοπικά και
χαριτωμένα πουλάκια. Η σφεντόνες (με καινούρια λάστιχα και πετσάκια)
κατέβαιναν από το ράφι. Οι μεγάλοι είχαν τα φλομπεράκια τους. Τα καθάριζαν, τα
λάδωναν και πηγαίναμε για εξάσκηση στην σκοποβολή. Όλη αυτή τη μανία μας
την πλήρωναν τα λιγοστά ξεχασμένα αμύγδαλα που είχαν μείνει πάνω στα
δένδρα και οι σαύρες που ξεπρόβαλαν κουνώντας το κεφάλι τους ανάμεσα στις
πυρωμένες πέτρες των ξεροτρόχαλων τοίχων.
Εκείνο το καλοκαίρι δούλευα στις οικοδομές δεκατεσσάρων χρονών
παλικαράκι, έτρωγα το κεφάλι του πατέρα μου να πάρω κι εγώ αεροβόλο. Δεν
ήθελε με τίποτα. Εκείνος δεν ασχολήθηκε ποτέ με το κυνήγι. Δεν του άρεσε. Κι
αυτό γιατί είχε άσχημε μνήμες και εμπειρίες.
Καθίσαμε λοιπόν ένα βράδυ και για πρώτη φορά μας διηγήθηκε την αιτία
που τον έκανε να μείνει μακριά από τα όπλα. Ο Παππούς σας, μας λέει, ήταν
πολύ καλός κυνηγός, καλός σκοπευτής και πάντα πήγαινε στα χωράφια με το
όπλο κρεμασμένο στην πλάτη του. Δεν του ξέφευγε τίποτα. Τρώγαμε πέρδικες,
λαγούς και διάφορα μικρόπουλα, όλη την περίοδο κάθε χρονιάς που σχεδόν στο
τέλος τα μπουχτίζαμε. Είχε βλέπεις και πολλά θηράματα ακόμα τότε. Ένα μπάμ
στον ουρανό και έπεφταν δύο – τρία πετούμενα. Σαν σταφύλια κρεμόταν οι
αρμαθιές στο σαμάρι του γαιδάρου. Ειδικά την περίοδο με τους κουρνούπους. Τα
τσιχλοκότσιφα να σου βγάλουν τα μάτια καθώς ξετρύπωναν μέσα από τα
πρινάρια.
Μια φορά λοιπόν λίγο πριν από τον πόλεμο
ξεκίνησε για τα χωράφια στο βουνό και αφού
ζώθηκε την μπαλάσκα του που είχε
ετοιμάσει αποσπερίς, έριξε μια τελευταία
ματιά στο μπροστογεμί του. Συνήθιζε να το
παίρνει άδειο. Όμως εκείνη τη μέρα (ο
διάβολος τον σκούντησε) αποφάσισε να το
ετοιμάσει για να μη του βγει τίποτα καλό στο
δρόμο και το χάσει. Άνοιξε προσεκτικά ένα
καλαμένιο φυσέκι και άδειασε με τη σειρά τη
δόση με το μπαρούτι και τα σκάγια , τα πίεσε
δυνατά με την τουφεκόβεργα προσθέτοντας
αρκετό στουπί και έφυγε.
Περνούσε όμως η ώρα και όλη η οικογένεια
άρχισε να ανησυχεί για το γυρισμό του. Είχε
αρχίσει να βραδιάζει. Πήραμε φανάρια και
δάδες και πήγαμε στο βουνό. Η ανησυχία
μας μεγάλωνε καθώς προχωρούσαμε κι
εκείνος δεν φαινόταν πουθενά!
Η ώρα περνούσε κι εμείς όλο ανεβαίναμε ψιλότερα. Φωνάζαμε διαρκώς μήπως μας
ακούσει. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως σίγουρα κάτι κακό έχει πάθει. Ήταν πια
σκοτεινά όταν ακούσαμε από μια ρεματιά το γκάρισμα της Μώρας.
Τρέξαμε προς το μέρος εκείνο και τον βρήκαμε χτυπημένο στο πόδι και
στον ώμο. Η αναστάτωση μας κόπασε που τουλάχιστον τον είδαμε ζωντανό.
Όμως ήταν δύσκολο να τον κατεβάσουμε στο σπίτι. Σιγά – σιγά πάνω στο
γάιδαρο φτάσαμε. Αφού περιποιηθήκαμε τα τραύματα του που είχαν γίνει από το
πέσιμο μας διηγήθηκε τι του συνέβη.
Πηγαίνοντας λοιπόν το πρωί είδε μπροστά του έναν Κουφό, δηλαδή έναν
Λαγοβυζάχτη να κάθεται σε μία ελιά. Για να μην τον διαλύσει, ξεπέζεψε και έκανε
πίσω χωρίς να τον χάσει από τα μάτια του. Έφτασε μέχρι το σημείο που πίσω
του ήταν γκρεμός. Σταμάτησε και τον σημάδεψε καλά. Δεν υπολόγισε όμως το
τίναγμα του τουφεκιού που τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί
στο κενό. Είχε χάσει τις αισθήσεις του για πολλές ώρες μα όταν τις ξαναβρήκε
διαπίστωσε πως το πόδι του είχε πρηστεί και δεν ήταν σε θέσει να περπατήσει.
-Ήμουν δέκα χρονών τότε, είπε ο πατέρας, και όλα αυτά έμειναν βαθιά
χαραγμένα στην παιδική ψυχή μου. Δεν μπορούσα ποτέ να ξεπεράσω μέχρι
τώρα, αν και ο παππούς όταν έγινε καλά συνέχισε να κυνηγάει αλλά πιο
προσεκτικά πια.
Βέβαια όλη αυτή η ιστορία ουδόλως επηρέασε την πρόθεσή μου να
αποκτήσω φλομπεράκι και η πρώτη ερώτηση που τριβέλιζε το μυαλό μου
ακούστηκε σαν αντίφαση σε όσα ο πατέρας μου ήθελε να με πείσει.
– Πού είναι τώρα το μπροστογεμί του παππού; Δεν το έχω δει ποτέ, δεν το
βρήκα πουθενά, ούτε στο κελάρι, ούτε στον αχυρώνα.
– Δεν ξέρουμε, μου απάντησε ο πατέρας. Όταν ήρθαν οι Γερμανοί
μάζεψαν όλα τα τουφέκια από τους χωριανούς. Όμως ο παππούς πρόλαβε και το
έκρυψε. Το τύλιξε προσεκτικά σε πισσόχαρτο και μια μέρα έφυγε με το πακέτο
χωρίς να πει σε κανένα μας τίποτα για να μα ς προφυλάξει.
Η κατοχή, όπως όλον τον κόσμο, το κατέβαλε πολύ. Μετά την
απελευθέρωση δεν πήγε ποτέ να το βρει και να το φέρει πίσω. Πήρε το μυστικό
μαζί του, στον τάφο του. Κι εμάς δεν μας ενδιέφερε ποτέ να το μάθουμε. Το
είχαμε συνδέσει με εκείνο το πολύ δυσάρεστο περιστατικό και δεν το θέλαμε στο
σπίτι για να μας το θυμίζει.
Εκείνο το καλοκαίρι μάζεψα τις οικονομίες μου από τη δουλειά στις
οικοδομές και με την τελικά ύστερα από πολλή πίεση, συγκατάθεση του πατέρα
μου αγόρασα το πρώτο μου τουφέκι. Έτσι καμαρωτός ακολούθησα τους
υπόλοιπους της παρέας στις κυνηγητικές μας περιπέτειες.
Πριν λίγα χρόνια , ο δυνατός αέρας ξερίζωσε μια γέρικη Τσικουδιά. Μέσα
στην κουφάλα της που ήταν κτισμένη με πέτρες όλο αυτόν τον καιρό
αποκαλύφθηκε το καλά κρυμμένο μυστικό του παππού μου. Βρήκα το
μπροστογεμί του. Μα τι να το κάμω τώρα πια αφού δεν ασχολούμαι πλέον με το
κυνήγι ούτε τα πουλιά πετούν στον ουρανό. Λιγοστά τα θηράματα τώρα πια.

