Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
Το σχολείο του δάσους – Η μυθολογία σε παραμύθι
Εισαγωγή
Αγαπητοί αναγνώστες και φίλοι του παραμυθιού, σας καλωσορίζω στο «Σχολείο του Δάσους».
Το παραμύθι αυτό «ξεπήδησε» ως έμπνευση, μία ημέρα καθώς «έπαιζα» με τις λέξεις, με τους μύθους και με την ανάγκη μου για αποσυμβολισμό των άθλων του Ηρακλή. Απρόσμενα δημιουργήθηκε μέσα μου μια ιδιαίτερη ψυχική ευφορία, που με οδήγησε στο… «Σχολείο του Δάσους».
Ήταν σαν να ζούσα μέσα σ’ αυτό. Παρέα με τους εκπροσώπους του Ολύμπου, τον ήρωα Ηρακλή, τη σοφή Κουκουβάγια —και βεβαίως τον Αετό, έμβλημα του Δία— βρέθηκα να συνυπάρχω με τα αγαπημένα ζώα του δάσους, γεμάτα αθωότητα, αδυναμίες και περιέργεια για κάτι καινούργιο, που θα τους έδειχναν και θα τους μάθαιναν, λέει, κάποιοι σοφοί μαζί με κάποιον ήρωα.
«Για να δούμε, τι γίνεται εδώ πέρα;» είπαν… και το Σχολείο άνοιξε τις πόρτες του.
Σε αυτό το «Σχολείο του Δάσους» δεν υπάρχουν θρανία και βιβλία όπως τα συνηθίσαμε. Ο ήχος του νερού, το θρόισμα των φύλλων και το τραγούδι των πουλιών είναι η μουσική υπόκρουση των μαθημάτων μας. Οι δάσκαλοι δεν κρατούν κιμωλίες — κρατούν μνήμες και σοφία. Κάθε μάθημα είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των μύθων, μα ταυτόχρονα κι ένα ταξίδι μέσα μας.
Στο «Σχολείο» μας θα παρουσιαστεί κυρίως ο αποσυμβολισμός των άθλων, αφού όλοι οι σοφοί μας έχουν διαβεβαιώσει ότι οι μύθοι, μαζί με τις λεπτομέρειές τους, συμβολίζουν μεγάλες αλήθειες. Του σύμπαντος; Του κόσμου; Της ανθρώπινης ψυχής; Όλα ισχύουν. Εμείς θα ανοίξουμε τις «σελίδες» του αποσυμβολισμού και της γνώσης που αφορούν στους ψυχικούς μηχανισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης.
Τα ίδια τα ζώα-μαθητές θα μας βοηθήσουν, με τις αυθεντικές συμπεριφορές τους, να καταλάβουμε πολύ καλά τι συμβολίζει ο κάθε άθλος. Τι απομένει σε εμάς; Μα… να ανοίξουμε την καρδιά μας για να καταλάβουμε τα αυθεντικά τους μηνύματα, γιατί, ως καλόβολα ζώα που είναι, δεν προσποιούνται.
Γιατί εδώ, στο Σχολείο του Δάσους, οι Άθλοι του Ηρακλή δεν είναι απλώς ιστορίες ηρωισμού∙ είναι καθρέφτες. Μας δείχνουν τα εμπόδια, τις φοβίες, τις δυνάμεις και τα κρυμμένα μας ταλέντα. Οι μαθητές του δάσους θα μας θυμίσουν πως η αυθεντικότητα και η απλότητα είναι τα κλειδιά για να αναγνωρίσουμε την αλήθεια.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τον ήρωα και τους σοφούς συνοδοιπόρους του να μας οδηγήσουν. Ας ακούσουμε τα σύμβολα πίσω από τις λέξεις και ας πάρουμε μαζί μας εκείνα τα μικρά, πολύτιμα κομμάτια γνώσης που θα φωτίσουν τον δικό μας δρόμο.
Καλή διασκέδαση, λοιπόν, μαζί με τη γνώση!
Το σχολείο του δάσους
Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, ζούσε στη χώρα μας ένα όμορφο βασιλόπουλο. Ήταν από τα πιο δυνατά παιδιά που είχε δει ποτέ η θεά Ήρα· τόσο πολύ, που αποφάσισε να το βοηθήσει για να γίνει άξιος άνθρωπος.
«Τι θα πει “άξιος”, καλή μου Ήρα; Δε φτάνει που είναι άνθρωπος;» τη ρώτησε μια μέρα ο άσπρος αετός, που ζούσε κοντά της, ψηλά στον Όλυμπο.
«Άξιος είναι αυτός που… μα, γιατί ρωτάς;» απόρησε η Ήρα, σταματώντας στη μέση την απάντησή της.
«Γιατί θέλω να γνωρίσω καλά τους ανθρώπους», αποκρίθηκε ο αετός, τινάζοντας τα λευκά φτερά του.
«Αν είναι έτσι, να πας κοντά στον Ηρακλή, για να δεις από κοντά πώς γίνεται κανείς άξιος. Όμως πρόσεξε! Εσύ θα βλέπεις την αλήθεια, ενώ όλοι οι άλλοι θα βλέπουν το ψέμα. Όταν κοιμάται ο Ηρακλής, θα του τη ψιθυρίζεις στ’ αυτί, κι έτσι εκείνος θα παίρνει δύναμη και γνώση».
«Κι εγώ πώς θα ξέρω ποια είναι η αλήθεια;» ανησύχησε ο αετός.
«Θα σου τη λέω εγώ. Την ώρα που χρειάζεται, θα είμαι κοντά σου. Μπορεί να με βλέπεις, μπορεί και όχι, μα πάντα θα με ακούς», τον καθησύχασε η θεά.
«Ωραία! Ας φύγουμε!» φώναξε ο αετός και, ανοίγοντας τις φτερούγες του, έσκισε τον αέρα, πετώντας προς τη γη.
Έφτασε ακριβώς τη στιγμή που το μικρό αγόρι έπνιγε με τα χεράκια του δύο φίδια, που είχαν τρυπώσει στην κούνια του.
«Τα έστειλε η Ήρα! Είναι εχθρός του Ηρακλή! Πω, πω, πω! Τι θα κάνουμε τώρα;» φώναζαν έντρομοι συγγενείς και φίλοι.
Μα το αγόρι, ατάραχο, ακούμπησε το κεφαλάκι του στο πουπουλένιο μαξιλάρι και αποκοιμήθηκε. Ήταν πολύ κουρασμένο από τον αγώνα. Τότε, ο άσπρος αετός πέταξε κοντά του, έσκυψε στο αυτάκι του και ψιθύρισε:
«Ψιτ! Φιλαράκο! Μην ακούς ό,τι σου λένε. Η Ήρα δεν είναι εχθρός σου. Σε προστατεύει, για να γίνεις άξιος».
«Τι είναι αυτά που λες στο παιδί; Και τι γυρεύεις εσύ εδώ; Φύγε!» αγρίεψαν οι άνθρωποι.
«Όχι, δεν πάω πουθενά! Είμαι φίλος του!» φώναξε ο αετός.
«Ναι, είναι φίλος μου!» επιβεβαίωσε και ο μικρός Ηρακλής, που είχε ξυπνήσει, απλώνοντας τα παχουλά του χεράκια. Ο αετός φτερούγισε δυνατά και στάθηκε μεγαλοπρεπής πάνω απ’ το κεφάλι του.
«Αυτό το παιδί είναι πολύ αλλιώτικο!» μουρμούρισαν όλοι με μια φωνή. Κι επειδή φοβήθηκαν τον αετό, δεν ξαναμίλησαν.
Έτσι, ο Ηρακλής μεγάλωνε ήσυχα, έχοντας πάντα τον φτερωτό φίλο στο πλευρό του. Κι όταν ήρθε η ώρα —ώρα που μόνο οι θεοί γνωρίζουν— η Ήρα τού μήνυσε, μέσω του αετού, να σκοτώσει ένα λιοντάρι.
«Κάνει κακό στους ανθρώπους και πρέπει να τους βοηθήσεις!» τόνισε ο αετός.
Το επόμενο πρωί, ο Ηρακλής πήρε τον δρόμο για το βουνό όπου ζούσε το λιοντάρι. Καθώς ανηφόριζε τον χωματόδρομο, σκεφτόταν με αμφιβολία:
«Μα, γιατί να το κάνω αυτό; Ποιος είπε ότι πρέπει να το σκοτώσω;»
«Η Ήρα το είπε. Κι όταν λέμε “Ήρα”, εσύ να ξέρεις πως μιλά η ψυχή σου», αποκρίθηκε ο αετός.
«Η ψυχή μου;» απόρησε ο Ηρακλής.
«Ναι! Η Ήρα συμβολίζει την ψυχή σου!»
«Μπράβο! Δηλαδή η ψυχή μου μού βάζει τα δύσκολα; Είναι εχθρός μου;» παραπονέθηκε.
«Να ‘τα πάλι! Μέσα από τα δύσκολα θα γίνεις άξιος, άνθρωπέ μου! Οι αδύναμοι κλαίγονται· οι δυνατοί προχωρούν!»
«Κι αν δεν υπακούσω στην ψυχή μου;» επέμεινε ο Ηρακλής.
«Τότε θα τρως και θα κάθεσαι! Καμία κούραση… αλλά και κανένα επίτευγμα. Το θέλεις αυτό;»
Ο Ηρακλής γέλασε μισό-πικρά, μισό-πειραχτικά, κι ύστερα σοβάρεψε. «Το αποφάσισα! Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ!»
«Το ήξερα ότι έχεις ψυχή!» φώναξε ο αετός, πετώντας πάνω απ’ το κεφάλι του.
Μα, όσο ο αετός συλλογιζόταν αυτά που έβλεπε, ο Ηρακλής είχε χωθεί βαθιά στο δάσος και χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Σίγουρος πως θα ξανασμίξουν όταν έρθει η ώρα, ο αετός κάθισε σ’ έναν μεγάλο βράχο και περίμενε.
Η ώρα περνούσε… ή μήπως είχαν περάσει μέρες; Κάποτε, ο Ηρακλής φάνηκε ξανά στη στροφή του δρόμου. Φορούσε για πανωφόρι μια λεοντή. Ήταν φανερό πως είχε σκοτώσει το κακό λιοντάρι, είχε γδάρει το δέρμα του, το είχε στεγνώσει στον ήλιο και τώρα το φορούσε περήφανα.
«Μπράβο, γενναίε φίλε! Τα κατάφερες! Και τώρα; Τι θα κάνεις με τη λεοντή σου;» ρώτησε ο αετός.
«Θα τη φορώ για να με ζεσταίνει», απάντησε ο Ηρακλής.
«Για να σου δίνει δύναμη, θες να πεις», τον διόρθωσε ο αετός. «Η λεοντή συμβολίζει τις δυνάμεις που πρέπει να έχεις για να τα βγάλεις πέρα. Στην αρχή είναι άγριες, ακατέργαστες, ‘ζωώδεις’, θα έλεγαν πολλοί».
«Το ‘ζωώδεις’ δε μου αρέσει καθόλου. Βρες κάτι καλύτερο».
«Μετά χαράς! Θα τις πω: Επιθετικότητα, Σκληρότητα, Κακία, Βία… και θα γνωρίσεις κι άλλες στον δρόμο σου».
«Δηλαδή πρέπει να γίνω σκληρός; Αυτό θέλει η Ήρα από μένα;»
«Η Ήρα έχει σκληρότητα, αλλά τη χρησιμοποιεί για να σε δυναμώσει — όχι για να σε πληγώσει».
«Ε, με πληγώνει και με εκνευρίζει!»
«Σε κουράζει και σε ξεβολεύει, ναι. Μα αυτό είναι! Παραδέξου το!»
Ο Ηρακλής ακούμπησε το ξύλινο ρόπαλο στον ώμο και έμεινε σκεφτικός, ζυγίζοντας μέσα του τα λόγια του φτερωτού του φίλου…
«Θέλω ένα παράδειγμα για να καταλάβω αυτό που μου λες», είπε ο Ηρακλής ύστερα από λίγο σιωπής.
«Αμέσως!» απάντησε πρόθυμα ο αετός και άρχισε να φτερουγίζει δυνατά, πλαταγίζοντας τις μεγάλες λευκές φτερούγες του τόσο κοντά, που ο αέρας ανακάτευε τα μαλλιά του Ηρακλή.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Για να με τρομάξεις;» ρώτησε εκνευρισμένος.
«Αν ήθελα να σε τρομάξω, θα ήμουν κακός», αποκρίθηκε ήρεμα ο αετός. «Μα εγώ το κάνω για να σε δροσίσω, γιατί σε βλέπω λαχανιασμένο από την κούραση. Βλέπεις; Η ίδια δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για καλό!»
«Κατάλαβα!» φώναξε ο Ηρακλής. «Την ίδια δύναμη, αλλά πρέπει να την έχεις για να τη χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις. Έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς!» έγνεψε ο αετός. «Βλέπεις; Προσπάθησες, αγωνίστηκες και έγινες πιο δυνατός και πιο έξυπνος. Τώρα, τι σου λέει το έξυπνο μυαλό σου;»
Ο Ηρακλής αναστέναξε. «Λέω πως ήρθε η ώρα να πάω στον Ευρυσθέα. Θέλω να μπω στην υπηρεσία του.»
«Στον Ευρυσθέα; Και ποιος είναι αυτός;» ρώτησε ο αετός, και με ένα δυνατό φτερούγισμα ανέβηκε ψηλά, ώσπου χάθηκε μέσα στα σύννεφα.
«Ήρα! Κατέβα πιο κάτω! Θέλω απάντηση!» φώναξε.
Τα σύννεφα άνοιξαν και από μέσα φάνηκε η μορφή της θεάς, λουσμένη σε ένα απαλό φως.
«Ο Ευρυσθέας είναι η Ανώτερη Συνείδηση του ανθρώπου· με άλλα λόγια, ο Ανώτερος Εαυτός του», του εξήγησε με γλυκιά φωνή.
«Και τι θα κάνει αυτός ο Ανώτερος Εαυτός με τον Ηρακλή;» ρώτησε ξανά ο αετός.
«Θα του αναθέσει άθλους – σπουδαία πράγματα, μα με μεγάλες δυσκολίες. Αν καταφέρει να τους φέρει εις πέρας, θα γίνει ήρωας.»
«Άξιος, είχες πει», τη διόρθωσε ο αετός.
Η Ήρα χαμογέλασε. «Το ίδιο είναι. Ο άξιος μπορεί να γίνει και ήρωας. Από όσα περνάει, γίνεται πιο δυνατός και πιο σοφός· και τότε μπορεί να βοηθήσει και άλλους στις δυσκολίες τους.»
Ο αετός έμεινε σιωπηλός, φτερουγίζοντας απαλά γύρω της.
«Με άκουσες; Γιατί δε λες τίποτα;» τον ρώτησε απορημένη.
«Σε άκουσα, Ήρα, και σκέφτομαι… τι πρέπει να κάνω κι εγώ για να γίνω ήρωας;»
Η θεά τον κοίταξε τρυφερά. «Είσαι ήδη κοντά στο να γίνεις ήρωας, γιατί έχεις αρχίσει να θυσιάζεις τις δικές σου επιθυμίες για έναν καλό σκοπό», είπε.
«Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις… Εξήγησέ μου!»
«Δεν χρειάζεται· θα το καταλάβεις μόνος σου», αποκρίθηκε η Ήρα και αργά, σαν να τη ρούφηξε ο ουρανός, χάθηκε πάλι μέσα στα σύννεφα.
Ο αετός έμεινε μόνος, καρφώνοντας το βλέμμα του στο σημείο όπου τα ουράνια στρώματα είχαν “καταπιεί” την Ήρα.
«Πόσο θα ήθελα να πάω μαζί της! Πόσο μου λείπει ο Όλυμπος…» ψιθύρισε με νοσταλγία.
Ύστερα, με μια αναπνοή πιο βαθιά, πρόσθεσε: «Όμως έχω ακόμη πράγματα να τελειώσω εδώ, στον τόπο όπου βρέθηκα. Και θα κάνω το καλύτερο που μπορώ!».
Στα τελευταία του λόγια η φωνή δυνάμωσε, τα φτερά του άνοιξαν πλατιά κι άρχισε να κατεβαίνει σπειροειδώς, ώσπου προσγειώθηκε ξανά κοντά στον Ηρακλή.
Τον βρήκε να κοιμάται βαθιά, με το ρόπαλό του για μαξιλάρι. Ο αετός έσκυψε και του ψιθύρισε στ’ αυτί όλα όσα είχε μάθει από την Ήρα. Έπειτα πέταξε πιο πέρα, κάθισε πάνω σε έναν μεγάλο βράχο κι άφησε την ψυχή του να αφουγκραστεί τη σιωπή.
Σιγά-σιγά, το φως της μέρας έσβηνε. Ο ουρανός φόρεσε τον μανδύα του σκοταδιού, ραμμένο με αμέτρητα άστρα. Το φεγγάρι, ολοστρόγγυλο και φωτεινό, ανέβηκε περήφανο στον ουρανό.
Τότε ο λευκός αετός άνοιξε διάπλατα τα μάτια του: κάτι παράξενο συνέβαινε μπροστά του.
Γύρω από τον κοιμισμένο Ηρακλή άρχισε ν’ απλώνεται σιγά-σιγά ένα φως λαμπρό, τόσο που όμοιό του δεν είχε δει ποτέ σ’ αυτή τη Γη. Μέσα από την εκτυφλωτική αυτή λάμψη αναδύθηκαν μορφές άυλες, ουράνιες οπτασίες, με ομορφιά που θύμιζε μόνο τον Όλυμπο, τότε που ζούσε πλάι στην Ήρα.
Σχημάτισαν κύκλο γύρω από τον ήρωα και, με κινήσεις ρυθμικές, έμοιαζαν να υφαίνουν κάτι αόρατο. Κάθε φορά που ολοκλήρωναν μια κίνηση, ένας-ένας χανόταν, διαλυόμενος μέσα στο ίδιο εκείνο φως που τον είχε φέρει. Μέχρι που όλοι χάθηκαν.
Μέσα στη νύχτα έμειναν μόνο ο Ηρακλής και ο λευκός αετός, που συγκρατούσε μετά βίας την περιέργειά του.
«Ήρα! Θα μου πεις τι γίνεται;» φώναξε τόσο δυνατά που ο Ηρακλής μισοξύπνησε και γύρισε πλευρό.
«Είδες τι έκανες;» τον μάλωσε η φωνή της θεάς. «Δεν είναι ώρα να ξυπνήσει. Πρώτα πρέπει να σου εξηγήσω όσα χρειάζεται, για να του τα μεταδώσεις όπως είπαμε». Η φωνή της χαμήλωσε, μα ο αετός δεν την έβλεπε πουθενά.
«Πού είσαι κρυμμένη, θεά του Ολύμπου;»
«Εκεί όπου δεν με βλέπεις, πλάσμα της Γης. Μόνο θα με ακούς. Αυτό που έγινε απόψε το λέμε “Μύηση”. Κατέβηκαν από τον Όλυμπο ανώτερες δυνάμεις και χάρισαν στον Ηρακλή τα δώρα τους».
«Πού είναι αυτά τα δώρα; Δεν τα βλέπω», αντέτεινε ο αετός.
«Είναι αόρατα. Μα για χάρη σου, θα τους δώσω μορφή».
Με μια εντολή σε παράξενη, άγνωστη γλώσσα, το τοπίο μεταμορφώθηκε. Και τότε, δίπλα στον Ηρακλή, παρουσιάστηκαν:
Δύο ορμητικά άλογα, που χλιμίντριζαν ανυπόμονα.
Λίγο πιο πέρα, ένας ολόχρυσος θώρακας.
Παραδίπλα, ένας κατάλευκος χιτώνας.
Κι ανάμεσά τους, αστραφτερά, ένα τόξο και ένα κοφτερό ξίφος.
«Τι είναι τούτα που βλέπουν τα μάτια μου!» αναφώνησε ο αετός, μαγεμένος.
«Ε, όπως βλέπεις, αυτός που προσπαθεί ποτέ δεν χάνει!» είπε η Ήρα. «Όσο ζούσε μόνο με τις ζωώδεις δυνάμεις του, συγκρουόταν με όλους. Τους προκαλούσε, τους πήγαινε κόντρα. Μα όσο σκεφτόταν τρόπους να τους νικήσει, άθελά του δυνάμωνε το μυαλό του. Και όταν αποφάσισε να το χρησιμοποιεί για το καλό και όχι για το κακό, η Αθηνά τού χάρισε το λευκό ένδυμα της σοφίας».
«Θέλεις να πεις ότι ο άγριος Ηρακλής έγινε καλός;»
«Μα δεν το βλέπεις; Αντί να πολεμάει τους ανθρώπους γύρω του, αποφάσισε να πολεμάει τα άγρια θηρία που καταστρέφουν τους καρπούς της γης!»
«Και πώς λέμε αυτό που κέρδισε;»
«Έγινε μαχητικός! Δεν υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες. Γι’ αυτό ο Ήφαιστος τού χάρισε τον χρυσό θώρακα — σύμβολο μαχητικότητας».
«Άλλαξε κι άλλες δυνάμεις ο ήρωας;» ρώτησε ανυπόμονα ο αετός.
«Γιατί τόση βιασύνη;» τον σταμάτησε η Ήρα.
«Γιατί μου αρέσει να κάνω όλα γρήγορα! Βιάζομαι!» απάντησε εκείνος, πλαταγίζοντας τις φτερούγες του.
«Όποιος βιάζεται, σκοντάφτει», αντέτεινε η θεά. «Όσο ήταν παρορμητικός, ο Ηρακλής έπεφτε σε λάθη. Μα όταν έμαθε να μη γίνεται έρμαιο των συναισθημάτων του, έγινε ψύχραιμος».
«Έχει δώρο γι’ αυτό;»
«Βεβαίως. Ο Ποσειδώνας τού χάρισε τα δύο δυνατά άλογα!»
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι κρατάει πια τα χαλινάρια της ζωής του. Είναι δυνατός και ξέρει πού πάει και γιατί».
«Μπράβο του!» θαύμασε ο αετός.
«Κι ακόμη», συνέχισε η Ήρα, «έμαθε να ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος. Απόκτησε νοητική διάκριση. Ο Ερμής τού χάρισε γι’ αυτό το κοφτερό ξίφος. Όσο για το φωτεινό τόξο του Απόλλωνα… μπορείς να μαντέψεις τι συμβολίζει;»
Ο αετός έξυσε με το νύχι του το κεφάλι. «Μμμ… με το τόξο στοχεύουμε… Άρα έμαθε να βάζει στόχους».
«Μπράβο, φτερωτέ μου φίλε!» είπε ενθουσιασμένη η Ήρα. «Και μάλιστα στόχους φωτεινούς, ανώτερους, για το καλό πολλών και όχι μόνο για τον εαυτό του! Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»
«Ε, κάτι ξέρω κι εγώ. Άλλωστε, τώρα υπηρετώ κι εγώ σε ανώτερη αποστολή… Αλλά να σου πω, θεά μου, με κούρασες λίγο με την πολλή διδασκαλία!» σκέφτηκε, ενώ έξυνε ξανά το κεφάλι του.
Η Ήρα, που μάλλον διάβασε τη σκέψη του, είπε κάτι ακόμη στην παράξενη γλώσσα της — κι αμέσως το σκηνικό άλλαξε.
Συνεχίζεται
