Γράφει η Μαρία Μίγκλη
Τρύγος
Το τριώδιο είχε μόλις ανοίξει. Οι άνθρωποι ετοιμάζονταν για τον εορτασμό της αποκριάς, που ήταν όμοια με την γιορτή τον πνευμάτων στη δύση. Το αυτοκίνητο έτρεχε με 80 χιλιόμετρα στην άσφαλτο .Η ανοιξιάτικη ψύχρα τρύπωσε φέρνοντας μαζί της το άρωμα της δροσερής χλόης και των κυπαρισσιών.
Η Μέλη έστριψε στον επαρχιακό δρόμο και μονομιάς χάθηκε στο μήκος μιας δασικής έκτασης.
Η ανίχνευση στην οθόνη gps προς το εξοχικό σπίτι της θείας Kati , όπως την φώναζαν όσα χρόνια ζούσε στον Καναδά , χάθηκε στο πρώτο λεπτό μετά τη στροφή και το κόκκινο σημάδι σταμάτησε στη διασταύρωση. Η Θεία Kati , έζησε τα τελευταία της χρόνια απόμερα και άφησε το σπίτι στο πιο άπορο από τα ανίψια της.
Η Μέλη δυνάμωσε την ένταση στο ραδιόφωνο . Η σημερινή εκπομπή στον τοπικό σταθμό , ήταν αφιερωμένη στα αρχαία έθιμα και ο σύλλογος Νάξου παραχωρούσε μια συνέντευξη για το Διονυσιακό καρναβάλι.
«Ο Διόνυσος , ήταν γιός του θεού Δία και της θνητής Σεμέλης. Όταν η Σεμέλη απαίτησε από το Δία να της συμπεριφέρεται ως αντάξια της Ήρας , εκείνος την σκότωσε με την αστραπή του.»
«Ακριβώς αυτό μας λέει ο μύθος » αποκρίθηκε η πρόεδρος του συλλόγου «Φυσικά έχουμε ακούσει για την πολλαπλή φύση του Διονύσου. Πρίγκιπας της Θήβας, τύραννος στις Συρακούσες και πρίγκηπας της Νάξου.»
Ο εκφωνητής θέλησε να εντείνει , την ώρα που ο ενθουσιασμός του γινόταν αισθητός.
«Και φέτος λοιπόν , όπως κάθε χρόνο , η Νάξος θα γεμίσει με πανηγυρισμούς και χλωμά πρόσωπα.»
«Ασφαλώς . Και σας καλούμε να δείτε την αναπαράσταση από…»
Η τηλεφωνική λειτουργία διέκοψε την μετάδοση και η Μέλη πάτησε το κουμπί αποδοχής κάπως ανακουφισμένη.
«Νόμιζα ότι δεν θα με έπαιρνες ποτέ ξανά.»
Σιώπησε για να ακούσει το γέλιο στην άλλη άκρη της γραμμής . Άξαφνα όμως ,είδε τον ουρανό ανάμεσα στα ψιλά δέντρα να σκοτεινιάζει απότομα . Ένα τεράστιο σμήνος πουλιών, πετούσε κράζοντας φοβισμένο και κάλυψε για λίγο το αχνό του χρώμα .
«Μέλη , είσαι εκεί;»
«Ναι…»
Αποκρίθηκε η Μέλη σχεδόν αφηρημένη. Τότε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής σίγησε . Η Μέλη ευχήθηκε αυτή η σιωπή να οφειλόταν στο κομμένο σήμα , παρά σε κάτι νέο και δυσάρεστο.
«Τι συμβαίνει Έρη;»
Η Έρη πήρε μια βαθιά ανάσα και με ένα ελαφρύ γρύλισμα είπε Ο πρώην άντρας σου παντρεύεται . Φαντάστηκα ότι έπρεπε να ξέρεις . Σιωπή ξανά . Και η Μέλια , που χτες μόλις ορκιζόταν πως τίποτα δεν θα την πλήγωνε , έπνιξε ένα λυγμό , προς τιμή αυτών τον όρκων.
-Χαίρομαι που προχώρησε.
Η Έρη κάγχασε . Ο τρόπος που είχε η Μέλη να ψεύδεται ήταν απλά πειστικός .
-Πάλι καλά. Πίστεψα πως ίσως σε πόναγε.
-Ήμασταν μικροί. Έγιναν όλα βιαστικά.
-Και μυστικά! Ποιος να το φανταζόταν … Μέλη;
Η Μέλη απέσπασε το βλέμμα της από το δρόμο. Γύρω της απλωνόταν μια πυκνή άγρια και απάτητη βλάστηση, με κισσούς και αμπελώνες, που κατακυρίευε τα πάντα σκορπώντας ρίγος. Το λιγοστό φως του ήλιου καθρεφτίστηκε στους ανθούς , όπως τις βροχερές μέρες του Μαρτίου. Όμως η Μέλη, θυμόταν με ακρίβεια πως η ξηρασία κράτησε μία ολόκληρη εβδομάδα. Η φωνή της Έρης την καλούσε επανειλημμένα . Κανείς δεν άκουγε . Το σώμα της , έγερνε παραδομένο σε μία ανεξήγητη υπνηλία. Τότε, σε μια απρόσμενη στιγμή, δυο μεγάλα ελαφίσια κέρατα έκλεισαν το δρόμο.
____
Το σώμα της πονούσε μετά από ώρες στην πολυθρόνα της θείας Kati Έφτασε; Πότε όμως; Παραήταν αληθινό αυτό το όνειρο. Η οικονόμος του σπιτιού άγγιξε φιλικά τον ώμο της και την τρόμαξε.
«Κανείς δεν κοιμάται καλά όταν κοιμάται όρθιος.»
Η Μέλη έτριψε τα βαριά της βλέφαρα με τις άκρες των δαχτύλων και το πρόσωπο της γυναίκας άρχισε να ξεκαθαρίζει στα μάτια της.
-Είστε η οικονόμος της θείας. Ήρθατε να μαζέψετε τα πράγματα σας.
-Ακριβώς . Και να σας ενημερώσω για την οφειλή των τελευταίων ημερών.
– Είχα ξεχάσει. Θα σας κάνω την κατάθεση εντός της εβδομάδας.
Είπε πάλι η Μέλη ξεφυσώντας , αγανακτισμένη για τα κενά στη μνήμη της. Ο ήλιος αναδύθηκε και έλαμψε δυνατός με το φως του μέσα από της τζαμαρίες. Η Μέλη πλησίασε και τον είδε να σκαλώνει πεισματικά ,μέσα από τα κλαδιά των δέντρων που επεκτείνονταν πέρα από τον μικρό αμπελώνα του εξοχικού. Σκάλωνε στις φυλλωσιές , στις πέτρες και τα βράχια, σαν να γραπώθηκε επάνω τους για να βρει ένα στήριγμα. Ώσπου στο τέλος , τα σκέπασε όλα και στάθηκε ψιλότερα από εκείνα σαν θριαμβευτής. Και όλα τριγύρω υπέκυπταν στη δύναμη και το φως του. Η Μέλη δάκρυσε στη θέα του. Η ίριδα των ματιών της πήρε το φως του και ντύθηκε στο χρώμα του κεχριμπαριού.
«Ο πεισματάρης! Πάντα βρίσκει τον τρόπο.» είπε η οικονόμος και πλησίασε με ένα βλέμμα ευχαρίστησης . Στη χούφτα της έσφιγγε κάτι . Έμοιαζε να είναι πολύτιμο. Ήρθε και στάθηκε δίπλα της « Να το θυμάσαι , ο ήλιος πάντα νικά .» Τότε, με τα δυο της χέρια κρέμασε στο λαιμό της μια διάφανη κιτρινωπή χάντρα . Μέσα της , συσπειρωνόταν ανάκατος ο κόσμος της φύσης «Να το θυμάσαι μικρή μου.» είπε πάλι .
H Μέλη ενθουσιάστηκε αλλά δεν μίλησε . Όταν έμεινε μόνη , πέρασε χρόνο εξερευνώντας το σπίτι . Έφαγε μερικά από τα φρούτα που έφερε μαζί της και τακτοποίησε ρούχα της. Στις τρείς το απόγευμα κοίταξε από την τζαμαρία του καθιστικού και είδε κάποιον να περιφέρετε μέσα στα αμπέλια. Φόρεσε μια ζακέτα και βγήκε στην ανοιξιάτικη ψύχρα για να τον συναντήσει.
«Έχουμε ξανασυναντηθεί εδώ;»
Ο ανθρωπάκος την κοίταξε και χαμογέλασε αμίλητος . Ήταν αρκετά νέος , και τα σιταρένια του μαλλιά στριμώχνονταν με βία κάτω από το ψάθινο καπέλο. Πήρε το σκαλιστήρι από την ρίζα του αμπελιού και συνέχισε να ανοίγει αυλάκια ανενόχλητος. Η Μέλη τον πλησίασε καχύποπτη.
«Ποιος είσαι;»
«Είμαι ο αλωνάρης , ο θεριστής .Φώναζε με όπως θέλεις.»
Ήταν λίγες οι φορές εκείνες , που η Μέλη επισκέφτηκε το εξοχικό . Δεν έτυχε ποτέ να συναντήσει τον κηπουρό του σπιτιού.
«Γιατί ανοίγεις αυλάκια την άνοιξη.»
«Είναι ξηρασία .» αποκρίθηκε ο Αλωνάρης . Σκάλισε τη γη λίγο ακόμα . Έπειτα σταμάτησε και της είπε λαχανιασμένος « το χώμα πρέπει να ανασάνει.»
Έπειτα σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπο στο μανίκι της πουκαμίσας του. Η Μέλη έψαχνε τις κατάλληλες λέξεις για αυτό που σκόπευε να πει.
«Ακούστε με… Μετά το θάνατο της θείας , θα δυσκολευτώ να σας πληρώσω. Όμως έχω χέρια! Και έχω νερό! Μπορώ να φροντίσω τον αμπελώνα.»
Ο Αλωνάρης γέλασε και φάνηκαν τα κάτασπρα όμορφα δόντια του. Ποτέ κανείς δεν είχε δει πιο όμορφο άνθρωπο.
«Τίποτα δεν ανθίζει χωρίς τον Αλωνάρη.»χαμήλωσε το χέρι του και το σκαλιστήρι ξύστηκε στο σκληρό χώμα «έφτιαξα αυτό τον αμπελώνα από το χώμα . Δεν θέλω κάτι .»
Η Μέλη χαμογέλασε ,έχοντας ξεχάσει ήδη τι θέλει να πει. Ο Αλωνάρης στάθηκε στο φως του ήλιου . Οι αχτίνες του , εισχώρησαν στο δέρμα και το διαπέρασαν , σαν ένα βαμβακερό ύφασμα που απλωνόταν στον αέρα. Η Μέλη ήθελε να μάθει : Που έμενε , πως ήρθε εδώ . Και γενικά … ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος . Όμως κάτι άγνωστο την μπέρδεψε και τις έδεσε την γλώσσα όπως κοίταζε αυτό το πανέμορφο αγόρι .
Τρόμαξε. Και βάλθηκε να βάλει της σκέψεις της πάλι σε μια σειρά.
«Μελισσάνθη .» είπε τείνοντας το χέρι της . Το αγόρι παρέμεινε ακίνητο .
«Καιρό σε περιμέναμε , Μέλη.»
Αν πράγματι υπήρχαν προηγούμενες ζωές , η Μέλη θα ορκιζόταν πως γνώριζε αυτή την αίσθηση. Είχε κάτι από λίγη χαρά και μια ανατριχιαστική αύρα . Ωστόσο , σε μια άλλη ζωή θα μπορούσε να είναι το παιδί της. Έκανε μεταβολή και μπήκε στο σπίτι .
Ολόκληρες κούτες από ρούχα και αντικείμενα περίμεναν να τακτοποιηθούν. Όμως όταν η μέρα διέγραψε 20 ώρες στο ρολόι του καθιστικού , το σώμα της παρέμεινε ακούραστο . Όλα αυτά , συνέβησαν τόσο ξαφνικά και απότομα που οι αισθήσεις χάσανε το συγχρονισμό.
Βγήκε στην νύχτα με ένα ηλεκτρικό φανάρι και περπάτησε μέσα από τον αμπελώνα . Τα αμπέλια επεκτείνονταν μέχρι το δάσος . Στο τέρμα του αμπελώνα κάποια απέμειναν ξεχασμένα , αναμείχτηκαν με την άγρια βλάστηση και αγκάλιασαν τους κορμούς των κυπαρισσιών. Η Μέλη προχώρησε ανάμεσα τους , ώσπου συνάντησε ένα τοπίο με διάσπαρτα λουλούδια στο έδαφος . Η μυρωδιά τους , μεθυστική και έντονη , γέμιζε με ζάλη των αέρα . Η Μέλη σήκωσε το φανάρι στο ύψος των ματιών της και τρίφτηκε στα άνθη ενός μικρού θάμνου . Ένιωσε παγερές σταγόνες να μουσκεύουν τα ρούχα της.
Πόσο ιδιαίτερα και τρομαχτικά συνάμα ήταν όλα .Ένας αόρατος κόσμος ξύπναγε στο σκοτάδι της νύχτας . Και φωνές και μουσικές παράξενες ξεχύνονταν μέσα από την καρδιά του δάσους. Η Μέλη πλησίαζε , και οι μουσικές από τους αυλούς και τα τύμπανα γινόντουσαν πιο δυνατές . Τρυφερά και διάσπαρτα κόκκαλα έφτιαχναν μονοπάτι έθρυβαν σε κάθε πάτημα της, Ένας βράχος επεκτεινόταν και έκρυβε το θέαμα της γιορτής. Η Μέλη αισθάνθηκε τη θαλπωρή της φωτιάς και τη μυρωδιά από το ρετσίνι του καμένου πεύκου να αναδύονται . Άφησε το φανάρι στα πόδια της και σκαρφάλωσε στο ύψωμα του. Άνθρωποι με άσπρες προβιές τρωγόπιναν και ξανοίγονταν σε έναν οργιώδη χορό . Γυναίκες παραδίνονταν σαν έρμαια στα χέρια των αντρών και εκείνοι εκμεταλλεύονταν κάθε ίντσα από το κορμί τους.
Η Μέλη κατατρόμαξε . Ένα κομμάτι του βράχου ολίσθησε και την γκρέμισε σύσσωμη στο έδαφος. Τα αυτιά της βούιζαν και η ματιά της θόλωσε. Ο αέρας είχε παγώσει και σκόρπαγε τριγύρω τα κρύσταλλα του. Έπρεπε να φύγει , όπως και να είχε .Πάσχισε να ορθοποδήσει και να έρθει ξανά σε επαφή με τον κόσμο. Τότε αφουγκράστηκε γρυλίσματα και μουγκρητά πίσω από ένα θάμνο . Σαν να ξύπνησε άθελά της κάποιο δαίμονα .. Άρπαξε το φανό και με ένα σάλτο διέσχισε το δάσος τρέχοντας . Δεν ηταν μόνη. Ποδοβολητά ηχούσαν ξοπίσω της. Κάτι άγριο την ακολούθησε μέσα στα δέντρα. Και αυτή με το πέρασμα της ξεσήκωσε τα πουλιά της νύχτας στα κλαδιά. Λίγο ακόμα και θα χιμούσε να φάει τη σάρκα της. Ή Μέλη δεν ήθελε να το δει. Ήταν ένα χτήνος που ξεφύσαγε στα πόδια της. Ένας κάπρος .
Το φεγγάρι , σαν από λύπηση , στάθηκε πάνω από τους αμπελώνες και της παρυφές τους . Η Μέλη αναθάρρησε. Έπρεπε να προλάβει και να φτάσει ως την πόρτα του σπιτιού. Πέταξε με φόρα το φανό πίσω της και τον άκουσε να σπάει.
Έφτασε. Έμενε μόνο να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού. Με ένα πήδημα και θα βρισκόταν στη βεράντα. Όμως άξαφνα , ένα ουρλιαχτό διέλυσε την ησυχία. Στάθηκε παγωμένη στο αναμμένο φως και σε δυο μάτια που την κορφώναν με θυμό.
« Τι γυρεύεις μέσα στη νύχτα;»
Ή Μέλη κοίταξε προς τους αμπελώνες. Δεν υπήρχε τίποτα.
«Ορκίζομαι …» ήταν το μόνο πράγμα που κατάφερε να πει μέσα από το τρέμουλο της φωνής της. Τα μάτια του Αλωνάρη καρφώθηκαν στα δικά της απειλητικά. Η Ίριδες των ματιών του μεγάλωναν και την αφόπλιζαν . Η Μέλη ένιωσε να την απειλεί ένα ακόμα άγριο ζώο.
«Ποιος είσαι;» είπε αναθαρρώντας αυτή τη φορά.
Ο Αλωνάρης πιάστηκε από τους καρπούς των χεριών της και το σώμα της άρχισε να παραλύει.
«Περίμενα καιρό σε αυτό το σώμα. Κανείς δεν μας χωρίζει πια… ιέρεια! » η Μέλη πάλεψε μέσα στα χέρια του όμως εκείνος είπε «δεν πρόκειται να ξαναφύγεις αυτή τη φορά.»
Όμως ξάφνου χαμήλωσε το άγριο βλέμμα στο λαιμό της.
«Που βρήκες αυτό;»
Ένα δυνατό φως άστραψε μέσα στα μάτια της Μέλης και είδε πάλι το θυμωμένο ελάφι να διαλύει την πρόσοψη του αυτοκινήτου.
Δεν έμεινε τίποτα. Μόνο ένα σκοτάδι κράτησε για μέρες.
Μέλη… Μέλη…μπορείς να με ακούσεις.
Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του Άνθιμου ξεπήδησε μέσα στο σκοτάδι σαν ήλιος. Ένας ήλιος που τρύπωσε με πείσμα στο δωμάτιο. Στο ίδιο που κάποτε γνωρίστηκαν.
«Τι ώρα είναι…» ψιθύρισε η Μέλη μέσα στη ζάλη των ναρκωτικών. Ο πρώην άντρας της είπε ότι ο ήλιος μόλις ανέτειλε. «Νιώθω τόσο βαριά… σαν να διέσχισα τρεις ζωές.» είπε πάλι εκείνη.
Ο Άνθιμος την κοίταξε με έκπληξη. «Συγκρούστηκες με ένα ελάφι . Και όσο κοιμόσουν σε επαναφέραμε τρεις φορές…» έσφιξε με ανακούφιση το χέρι της στο δικό του «Ήμουν τόσο ανόητος ,που πίστευα ότι σε ξέχασα. Όταν η θεία Kat τηλεφώνησε, φοβήθηκα να σε χάσω.»
«Η θεία Kat πέθανε.» έκανε συνοφρυωμένη η Μέλη. Ο Άνθιμος γέλασε και φίλησε το χέρι μέσα στη χούφτα του. Ύστερα άκουσε βήματα στην πόρτα του θαλάμου « Είναι κάποιος που θέλει να σε δει.»
Ή Μέλη κοίταξε προς την ανοιχτή πόρτα και απέμεινε να αντικρίζει τον επισκέπτη ταραγμένη. Κάπου , σε κάποια άλλη ζωή, οι δυο τους συναντήθηκαν. Κάποτε κοιτάχτηκαν. Κάπως αγγίχτηκαν . Κάποια άνοιξη, σε έναν ηλιόλουστο αμπελώνα.
Να σου συστήσω το σωτήρα σου… Από εδώ ο Διονύσης.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
