Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε στην πλήρη εφαρμογή της αμφιλεγόμενης τελωνειακής συμφωνίας που είχε συναφθεί με την κυβέρνηση Τραμπ, βάζοντας τέλος σε ένα πολυετές διπλωματικό θρίλερ.
Η απόφαση, η οποία επικυρώνει την πρόσβαση αμερικανικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά με μειωμένους δασμούς, προκαλεί ισχυρές τριβές στους κόλπους των ευρωβουλευτών, των αγροτικών οργανώσεων και των περιβαλλοντικών ΜΚΟ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η παραχώρηση ειδικής ποσόστωσης εισαγωγών βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας, παραγόμενου χωρίς ορμόνες, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται για τον καρπό μίας συμφωνίας-πακέτο που είχε επιτευχθεί το 2019, προκειμένου να εκτονωθεί η εμπορική αντιπαράθεση των δύο πλευρών και να αποφευχθεί η επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και βιομηχανικά προϊόντα. Τώρα, η Κομισιόν ολοκλήρωσε τα απαραίτητα διοικητικά βήματα ώστε η συμφωνία να τεθεί σε ισχύ χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις.
«Πρόκειται για μία κίνηση κατευνασμού που θυσιάζει τον ευρωπαϊκό αγροτικό τομέα στον βωμό της γεωπολιτικής σκοπιμότητας», δήλωσε υψηλόβαθμο στέλεχος αγροτικής συνομοσπονδίας, ζητώντας να μην κατονομαστεί. «Οι Αμερικανοί παραγωγοί απολαμβάνουν ένα σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ενώ οι δικοί μας κτηνοτρόφοι συνθλίβονται από την αυστηρότερη νομοθεσία για την ευζωία των ζώων και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα».
Η συμφωνία προβλέπει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να εξάγουν στην Ε.Ε. έως και 35.000 τόνους βοείου κρέατος ετησίως με δασμολογική μεταχείριση μηδενικού ή εξαιρετικά μειωμένου συντελεστή. Το κρίσιμο σημείο τριβής είναι ότι ενώ το προϊόν πιστοποιείται ως ελεύθερο ορμονών, οι ευρωπαϊκές οργανώσεις καταναλωτών υποστηρίζουν ότι οι έλεγχοι στις αμερικανικές μονάδες παραγωγής δεν φτάνουν το βάθος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων.
Περιβαλλοντικές ομάδες και μέλη του Ευρωκοινοβουλίου τονίζουν επιπλέον το ζήτημα της διαρροής άνθρακα: η εκτροφή βοοειδών σε μεγάλες αμερικανικές φάρμες συνεπάγεται σημαντικά υψηλότερο αποτύπωμα άνθρακα σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. «Ανοίγουμε την πόρτα σε ένα προϊόν που διογκώνει το κλιματικό μας χρέος, την ώρα ακριβώς που ζητάμε από τους πολίτες να μειώσουν την κατανάλωση κόκκινου κρέατος», ανέφερε εκπρόσωπος γνωστής «πράσινης» οργάνωσης.
Η κίνηση των Βρυξελλών ερμηνεύεται από πολλούς αναλυτές ως μία προσπάθεια να διατηρηθούν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον, εν μέσω μίας περιόδου αυξημένου προστατευτισμού. Παρότι ο Λευκός Οίκος δεν έχει ακόμη αντιδράσει επίσημα, Ευρωπαίοι διπλωμάτες εκτιμούν ότι η πλήρης υλοποίηση αυτού του deal θα λειτουργήσει σαν «βαλβίδα αποσυμπίεσης» για μελλοντικές εμπορικές διαπραγματεύσεις, απομακρύνοντας τον κίνδυνο επιθετικών δασμών.
Ωστόσο, το βαρύ πολιτικό κόστος παραμένει. Η αντιπολίτευση σε πολλά κράτη-μέλη ήδη προειδοποιεί ότι η συμφωνία θα αποτελέσει αντικείμενο σκληρής κριτικής στο επόμενο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ενώ δεν αποκλείονται και νομικές προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Ε.Ε., με το επιχείρημα ότι η διαδικασία παραβιάζει την αρχή της προφύλαξης στα τρόφιμα.
Παρά τις αντιδράσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει ότι η συμφωνία περιέχει επαρκείς δικλείδες ασφαλείας και ότι οι ποσότητες που εισάγονται αντιστοιχούν σε μικρό κλάσμα της ευρωπαϊκής κατανάλωσης. Στελέχη της Κομισιόν σημειώνουν πως το πλεόνασμα των εμπορικών σχέσεων με τις ΗΠΑ παραμένει συντριπτικά υπέρ της Ευρώπης και πως το διακύβευμα μίας εμπορικής ρήξης θα ήταν δυσανάλογα επώδυνο.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η υπόθεση φέρνει ξανά στην επιφάνεια την παλιά σύγκρουση ανάμεσα στην εμπορική διπλωματία και την προστασία των ευρωπαϊκών προτύπων παραγωγής, ένα δίλημμα που αναμένεται να βαραίνει όλο και περισσότερο στη μετά-Τραμπ εποχή.

