Γράφει η Ιωάννα Χαντζάρα
Το βουβό αηδόνι
Ένα αηδόνι με την πιο μελωδική λαλιά σε ολόκληρο τον κόσμο διάλεξε εσένα — και μόνο εσένα — για να σου αφιερώνει το τραγούδι του.
Ανέβαινε σε ένα δέντρο κάθε πρωί, όταν ξυπνούσες κακόκεφος για να πας στη δουλειά, και σου τραγουδούσε. Έβαζε τα δυνατά του, τραγουδούσε ρυθμικά, γιατί ήξερε πως δεν αρκούσε μόνο η όμορφη φωνή του για να σου φτιάξει τη μέρα.
Στην αρχή του χαμογελούσες. Το κοιτούσες με αγάπη. Του πετούσες και μερικά σποράκια για να ξεκινήσει τη μέρα του χορτάτο.
Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, γινόσουν όλο και πιο απόμακρος. Έπαψες να το κοιτάς. Έπαψες να το ταΐζεις.
Στο τέλος, του φώναζες να σωπάσει κάθε φορά που άρχιζε το τραγούδι του. Έκλεισες το παράθυρο και δεν το άνοιξες ξανά.
Το αηδόνι πόνεσε πολύ. Τόσο πολύ που έχασε για πάντα τη λαλιά του. Κατάλαβε πως ποτέ δεν το αγάπησες· μονάχα έθρεφες τον εγωισμό σου, που τραγουδούσε μόνο για σένα — μέχρι που το θηρίο μέσα σου χόρτασε και το βαρέθηκε, σχεδόν το σιχάθηκε.
Πληγώθηκε βαθιά. Κάθε πρωί, αντί να τραγουδά, δακρύζει — κι ας λένε όλοι πως τα πουλιά δεν δακρύζουν, κείνο το δέντρο ποτίζεται.
Μια μέρα έφυγε από το δέντρο δίπλα στο σπίτι σου και πήγε σε ένα κυπαρίσσι, σε ένα σκοτεινό ξέφωτο. Τα πρωινά σου κάπως ανεξήγητα έγιναν πιο βαριά και πολλές φορές ανοίγεις το παράθυρο να δεις μήπως το αηδόνι σε επισκέφτηκε, μα μάταια.
Εύχεσαι να είχες εκτιμήσει το τραγούδι του, να το είχες αγαπήσει όσο ακόμα είχες χρόνο.
