Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
28η συνέχεια
(Σύνδεση με το θέμα: Τί μπορεί να διδάξει ένα σχολείο; Μόνο τα μαθήματα της διδακτέας ύλης; Πριν απαντήσετε, διαβάστε καλύτερα αυτή τη συνέχεια. Μετά μπορείτε να βγάλετε συμπεράσματα ουσίας!)
” Η ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΜΑΣ”
Έχουμε πολλή δουλειά! Μαζί με τα μαθήματα, προετοιμάζουμε και τη θεατρική μας παράσταση. Μοιράσαμε τους ρόλους και κάνουμε πρόβες κάθε μέρα μετά το σχολείο. Στην αρχή, ο καθένας μάθαινε μόνο τα δικά του λόγια. Τώρα όμως που πλησιάζει η μέρα, κάνουμε κανονικές πρόβες. Δεν είναι εύκολη δουλειά!
Η 25η Μαρτίου πλησιάζει, κι εμείς θα παρουσιάσουμε μια μεγάλη γιορτή.
“Να ξεχάσεις τον εαυτό σου όταν βγεις στη σκηνή. Δεν είσαι ο Κωστής. Είσαι ο Αθανάσιος Διάκος! Πονάς για τη σκλαβωμένη πατρίδα! Με κατάλαβες;” τονίζει ο δάσκαλος.
“Μάλιστα, κύριε!” απαντά ο μαθητής-Κωστής και ξαναπιάνει από την αρχή τα λόγια του ρόλου του.
Ποιήματα, πατριωτικά τραγούδια, το απολυτίκιο του Ευαγγελισμού… όλα με πρόγραμμα, όλα με τάξη οργανώνονται. Η παράσταση θα ξεκινήσει με ποιήματα και ανάμεσα θα παρεμβάλλεται η χορωδία. Μετά θα ανέβει το μεγάλο θεατρικό και στο τέλος, ένας μονόλογος. Έτσι, θα έχουν χρόνο οι μαθητές «ηθοποιοί» να αλλάζουν κοστούμια ανάλογα με τον ρόλο τους.
Δάφνινα στεφάνια, η “μαθήτρια-Ελλάδα» ντυμένη στα λευκά, αγωνία και προσμονή. Ξέρουμε όλοι απ΄έξω τα λόγια και των άλλων. Η Ιστορία μας ολοζώντανη μέσα από τους ρόλους μας. Ο Αθανάσιος Διάκος, ο Κατσαντώνης, όλοι οι ήρωες με σάρκα και οστά.
Ο πατέρας διηγείται. Το θέατρο διδάσκει. Οι ποιητές μάς μιλούν. Ζωντανεύει το ’21 και η κλεφτουριά. Δεν είμαστε πια εμείς. Διαλυθήκαμε στους ρόλους μας. Γυρίσαμε τον χρόνο πίσω κι αναστήσαμε μορφές που ως τώρα στόλιζαν μονάχα τα βιβλία μας.
Και ήρθε η μεγάλη μέρα. Δυο μέρες πριν, χωριστήκαμε σε ομάδες. Άλλοι κάρφωναν σανίδια για να στηθεί η σκηνή, άλλοι κουβαλούσαν μυρτιές απ’ το βουνό. Στήθηκε η σκηνή, στολίστηκε με δάφνες και σημαιάκια. Τα δοκάρια καλύφθηκαν με μυρτιές.
Χτύπησε η καμπάνα. Η εκκλησία γεμάτη. Δοξολογία, ευχές, κι ο παπά-Βαγγέλης διπλώνει το πετραχήλι του. Τελείωσε η Θεία Λειτουργία. Αρχίζει τώρα η δική μας Εθνική Εορτή!
Όλο το χωριό ήξερε ότι τα παιδιά του σχολείου ετοιμάζουν παράσταση μήνες τώρα. Ήρθαν λοιπόν στην αυλή, κάθισαν με σειρά στις καρέκλες και περίμεναν. Η σκηνή όμορφη. Κι ο δάσκαλος μάς τα είπε με ωραίο τρόπο. Κυματίζει η σημαία μας. Κανείς δεν μιλά.
Μόνο μια μικρή αναταραχή… ένα ανακάθισμα, σαν σούρσιμο στον αέρα.
Ανοίγει η πόρτα του σχολείου. Βγαίνει στη σκηνή ο Κωστής – δηλαδή, ο Αθανάσιος Διάκος.
“Μεριάστε, Τούρκοι, να διαβώ!”, βροντοφωνάζει, και η κάπα του σαρώνει τη σκηνή.
” Μαρήηη! Ο Κωστής! Ρε Κωστήηη, πώς είσαι έτσι, πανάθεμά σε!” ξεσπούν σε γέλια οι θεατές.
Ξεκαρδίστηκε από τα γέλια όλο το χωριό στην Εθνική μας Γιορτή!
” Να ’σαι καλά, δάσκαλε, καλό να ’χεις! Γελάσαμε με την ψυχή μας σήμερα!”- είπαν φεύγοντας.
” Θεέ μου, τι κακό ήταν κι αυτό; Τι το ’θελα το πατριωτικό δράμα; Δεν ανέβαζα καλύτερα καμιά κωμωδία;” μουρμούριζε απαρηγόρητος ο πατέρας.
Πέρασε το μεσημέρι. Ξέχασα να βγάλω και το άσπρο φουστάνι μου. Ήμουν, βλέπεις, η «Ελλάδα» για την παράσταση…
Για μια ολόκληρη εβδομάδα, το χωριό συζητούσε μόνο για την θεατρική μας παράσταση. Επιτέλους, όλοι θυμήθηκαν όσα είχαν ακούσει για την Επανάσταση του ’21 και καμάρωναν.
” Παλικάρια είμαστε, άμα θέλουμε! Ε, δάσκαλε; Τι λες κι εσύ;”
Αυτή ήταν η κουβέντα στο καφενείο.
Κι ο δάσκαλος, αντί απάντησης, άρχισε να διδάσκει στα παιδιά ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς.
“ Ιτιά-ιτιάαα, λουλουδιασμένη… “ ,τραγουδούσε στα διαλείμματα κι έσερνε μπροστάρης τον χορό. Αγόρια, κορίτσια, μικρά και μεγάλα, όλα πιασμένοι μαζί. Τσάμικο, Καλαματιανό!
“Θα μάθουμε να χορεύουμε ελληνικούς χορούς. Είναι η γλώσσα της ψυχής ο χορός”, είπε ο πατέρας, και μας διηγήθηκε μια ιστορία: Ήταν κάποτε-λέει- ένας παπάς. Πέθανε ξαφνικά η μονάκριβη κόρη του και έκλαψε όλη η πλάση. Μόνο ο παπάς δεν έβγαλε δάκρυ. Την έψαλε, την κήδεψε, έβγαλε το πετραχήλι του και κάλεσε τα κλαρίνα και τα βιολιά να έρθουν το βραδάκι στο χωριό του.
” Παίξτε!”, τους πρόσταξε. Ανασήκωσε το ράσο του κι άρχισε τον χορό. Πρώτα τσάμικο, μετά καλαματιανό και ξανά απ’ την αρχή. Τα ξημερώματα σώπασαν τα βιολιά.
Πλήρωσε τους οργανοπαίχτες και τους έστειλε σπίτια τους.
“Την έκλαψα, κατά πώς ταίριαζε στα νιάτα της και στον πόνο μου”, είπε μόνο.

