
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
1. Το Σχέδιο
Χτυπούν το τζάμι πουλιά της νύχτας.
Έρημοι επιβάτες σε δρόμους παγωμένους.
Στρώνω για να ζεσταθούν τ’ άστρα·
κι αυτά μας πρόδωσαν.
Δεν κοιτάζουν ψηλά, φοβούνται τις παγίδες·
μαχαίρια που καραδοκούν στον τοίχο.
Στον ίλιγγο του λεπτοδείκτη, μια ζωή άφωνη.
Ζωγραφίζω στην πάχνη σπόρους ελπίδας.
Δεν περιμένω το θαύμα,
αλλά μια λαλιά ανθρώπινη, πριν το χάραμα.
2. Το Συμβάν
Προχωρούσα στη νύχτα, πλάι στη θάλασσα.
Είδα μια βάρκα να πιάνει στεριά,
τυλιγμένη στα φύκια και τη λάσπη.
Έγινε η βάρκα φωλιά, έγινε φάτνη.
Μια μάνα κρατά ένα παιδί εβένινο.
Το πρώτο του άκουσμα, ένας πνιχτός βόγγος.
Τρεις ψαράδες άφησαν δώρα στα πόδια του.
Κι εκείνο μετρούσε την άμμο σπυρί-σπυρί,
έκοβε τη μέρα με ξίφος,
μοίραζε τα κομμάτια στη γη.
Ξύπνησα.
Δεν ήταν όνειρο· ήταν μια γαλήνη παράξενη.
3. Η Επιστροφή
Χαράζει. Ο ουρανός, ένας αόρατος μανδύας.
Το φως αγγίζει την κρύα καρδιά.
Ο πόνος ζητιανεύει, τα δάκρυα ποτίζουν το χώμα.
Η συνήθεια μαλακώνει, το φαρμάκι δεν πληγώνει πια.
Ο νους σαλπάρει χωρίς ορίζοντες.
Όλα όσα έζησες, μικρές τελείες·
το χθες σβήνει στην αιωνιότητα.
Σε ένα παρόν ατέρμονο,
τυφλός πια, βλέπεις την ουσία της αχτίδας.
4. Το Τέλος του Δρόμου
Η φαντασία είναι ένας άλλος τρόπος γραφής,
μια πρόθεση που ξεφτίζει κάτω από το φως.
Βουλιάζει η νοσταλγία στα μάτια που λείπουν.
Πέρασε καιρός
από τότε που τα πουλιά ζωγράφιζαν το ηλιοβασίλεμα.
Τώρα, ο φόβος έγινε εξορία.
Πώς να κρυφτείς;
Εδώ που έφτασες, είναι το τέλος του δρόμου.
Μια λύπη μετοίκησε οριστικά.
Στα ερείπια του φάρου, μια ραγισματιά στην πέτρα.
Πριν στενέψει κι άλλο ο ορίζοντας,
κεντώ τη μορφή σου στην άρνηση.
Ο χρόνος μας γέλασε.
5. Γενάρης
Ήθελα απόψε να σμίξω τη σιωπή με το σκοτάδι,
να αδράξω τον ορφανό στοχασμό.
Ο Γενάρης είναι σκυθρωπός.
Τα όνειρα ξεφτισμένες ούγιες,
η ελπίδα μια χάντρα θαλασσιά.
Χρεώνεις πάλι ευθύνες στο κορύφωμα της λύπης.
Δένω μια κλωστή στο δάχτυλο — σημάδι.
Το φως είναι ο στόχος,
το αλφάδι του νου σ’ ένα πορτρέτο φυγής
που σκάλιζες μήνες.

