Γύρω στο 480 π.Χ., ο τύραννος των Συρακουσών Γέλωνας έκοψε ένα από τα πιο εντυπωσιακά και σπάνια νομίσματα της αρχαιότητας, το Δημαρετείο δεκάδραχμο.
Πρόκειται για ένα ασημένιο νόμισμα εξαιρετικής τέχνης, που κυκλοφόρησε σε πολύ μικρό αριθμό αντιτύπων και θεωρείται από τα παλαιότερα δεκάδραχμα που γνωρίζουμε. Η σημασία του είναι τεράστια, γιατί είναι από τα ελάχιστα αρχαία νομίσματα που αναφέρονται ονομαστικά από κλασικούς συγγραφείς, ενώ οι πηγές μιλούν και για μια χρυσή εκδοχή του, κατασκευασμένη από λιωμένα στέμματα, αν και σήμερα σώζονται μόνο ασημένια δείγματα. Στην όψη του δεσπόζει το κεφάλι της νύμφης Αρέθουσας, στραμμένο δεξιά, με ένα μαργαριταρένιο διάδημα στα μαλλιά της και την επιγραφή ΣΥ-ΡΑ-ΚΟΣ-ΙΟΝ γύρω της, ενώ τέσσερα δελφίνια κολυμπούν γύρω από το πορτρέτο της, δίνοντας μια έντονη αίσθηση κίνησης και σύνδεσης με τη θάλασσα.
Η επιλογή της Αρέθουσας δεν ήταν τυχαία, αφού η μορφή της ήταν βαθιά συνδεδεμένη με την ίδια την πόλη. Σύμφωνα με τον μύθο, η Αρέθουσα ήταν μια νύμφη και συνοδός της Άρτεμης που, κυνηγημένη από τον ερωτευμένο ποτάμιο θεό Αλφειό, μεταμορφώθηκε σε πηγή για να του ξεφύγει. Η Άρτεμη άνοιξε το έδαφος και το νερό της ταξίδεψε κάτω από τη γη και τον βυθό της θάλασσας, για να αναβλύσει τελικά στο νησάκι της Ορτυγίας, την καρδιά των Συρακουσών. Ακόμα κι εκεί, όμως, ο Αλφειός την ακολούθησε αναμειγνύοντας τα νερά του με τα δικά της, μια ιστορία που συμβόλιζε την αέναη σύνδεση της πόλης με τη θάλασσα και τη φύση. Αργότερα, η Αρέθουσα εμφανίστηκε ξανά στη μυθολογία όταν, κατά την περιπλάνηση της Δήμητρας για την κόρη της Περσεφόνη, αποκάλυψε ότι είχε δει τη νεαρή θεά στον Κάτω Κόσμο, μεσολαβώντας έτσι για να σταματήσει η θεά την τιμωρία της Σικελίας. Έτσι, το νόμισμα δεν ήταν μόνο μέσο συναλλαγής, αλλά και ένας φόρος τιμής στην προστάτιδα-νύμφη της πόλης, αποτυπώνοντας για πάντα στο ασήμι τη χάρη και την ιστορία της.

