Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλιδου
Ήρθα νωρίς στην παράκληση. Δυο κεράκια ισχνά κι ετοιμοθάνατα στον κηροστάτη.
Βάζω τρίτο το δικό μου, πιο πέρα, ντροπαλό και φοβισμένο. Τρέμει το καημένο μέχρι να πάρει μπρος. Τα στασίδια αλφαδιασμένα στη σειρά στο δροσερό πεντακάθαρο μάρμαρο, με δικέφαλο στην πλάτη, περήφανο και κυριαρχικό.
Ήρθα νωρίς στην παράκληση. Αντηλιά, καύσωνας, θόρυβος κι ανακατοσούρα έξω. Μέσα κοκκινοκίτρινες βιτροφωτοχυσίες, δροσιά, σιγή κι άγιοι όρθιοι σε τοίχους ή κρεμασμένοι σε εσωράχια κιονοστοιχιών και θόλους. Τέσσερα μόνα καντήλια αναμμένα… Ο νεαρός καντηλανάφτης σπεύδει με ζήλο παντού.
Ήρθα νωρίς στην παράκληση. Μπορώ να κάτσω όπου θέλω. Το στασίδι της μαμάς μου με περιμένει χρόνια. Οι γυναίκες αψηφούν τη φονική καλοκαιρία κι έρχονται σιγά-σιγά στην παράκληση της Παναγίας. Προσκυνούν την εικόνα της Κοίμησης, γονυπετούν, ανάβουν κεριά, γράφουν ονόματα υπέρ υγείας και αναπαύσεως, ψέλνουν και παρακαλούν.
«Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς… πάντες μετά Θεόν εἰς σέ καταφεύγομεν…» Ψέλνω κι εγώ μαζί τους και παρακαλώ…
«Μήτερ τοῦ Θεοῦ, ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος!»

