![]()
Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου, αντιστράτηγος ε.α. και γεωστρατηγικός αναλυτής
Η «Πολιτική Διακήρυξη των Αθηνών περί… Φιλίας και …Καλής Γειτονίας» ουδόλως ανέκοψε τον τουρκικό αναθεωρητισμό όπως ήθελε η επικοινωνιακή ψευδαίσθηση που καλλιεργήθηκε. Είναι όμως πλέον η ώρα να ειπωθούν τα πράγματα με το όνομά τους.
Και κυρίως είναι η ώρα να απολογηθούν όσοι θριαμβολογούσαν για την Διακήρυξη των Αθηνών, παρουσιάζοντάς την ως μεγάλη επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και ως απαρχή μιας νέας εποχής ελληνοτουρκικής «φιλίας» και «καλής γειτονίας»! Μαζί τους και εκείνοι που με επιμονή διακινούσαν το αφήγημα των «ήρεμων νερών» δημιουργώντας μία επικίνδυνα καθησυχαστική εικονική πραγματικότητα.
Κάτω όμως από τα ήρεμα νερά στην επιφάνεια ποτέ δεν σταμάτησαν τα ισχυρά ρεύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού. Και αυτό ούτε απρόβλεπτο ήταν, ούτε δύσκολο να διαπιστωθεί. Πολλοί που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου λοιδορήθηκαν χαρακτηριζόμενοι ως «πατριώτες της φακής»!
Απορούμε πως δεν γίνονταν κατανοητές οι επίσημες τουρκικές θέσεις, η στρατηγική κουλτούρα της Άγκυρας, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», οι διαρκείς αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και οι λεγόμενες «γκρίζες ζώνες»; Και το πιο βασικό, η στρατηγική αντίληψη της Τουρκίας ότι δικαιούται να επανακαθορίσει τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο;
Τα …απατηλά «ήρεμα νερά»
Το βασικό πρόβλημα δεν ήταν ότι η Ελλάδα επιδίωξε την αποκλιμάκωση. Η αποκλιμάκωση είναι πάντοτε χρήσιμη. Το πρόβλημα ήταν ότι η φαινομενική αποκλιμάκωση παρουσιάστηκε ως στρατηγική λύση, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλά ένας τακτικισμός
Η Τουρκία ποτέ δεν εγκατέλειψε τον αναθεωρητισμό της. Διατηρώντας την απειλή του casus belli δεν αποδέχθηκε την ελληνική αντίληψη ότι η διαφορά πρέπει να περιοριστεί σε ένα και μόνο ζήτημα, την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Θέλει να αλλάξει το πλαίσιο με ένα ευρύτερο πλέγμα ζητημάτων όπως χωρικά ύδατα, εναέριο χώρο, αποστρατιωτικοποίηση νησιών, «γκρίζες ζώνες», δικαιώματα στα νησιά, θαλάσσιες ζώνες, έρευνα και διάσωση και γενικά να μειώσει τον γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Πολιτική Διακήρυξη των Αθηνών ξέπλυνε την Τουρκία με ταυτόχρονο αυτοεγκλωβισμό και αυτοπεριορισμό της Ελλάδας
Η Ελληνική Κυβέρνηση επιδιώκοντας απεγνωσμένα αποκλιμάκωση ξέπλυνε την επιθετικότητα της Τουρκίας χωρίς όμως να πάρει κάτι ουσιαστικό από την Άγκυρα. Δημιουργήσαμε την εντύπωση ότι προκειμένου να διατηρήσουμε τα «ήρεμα νερά» είμαστε διατεθειμένοι να αποφύγουμε ακόμη και ενέργειες που εμπίπτουν στην διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να κάνει κάθε μέρα μια θεαματική πρόκληση. Ο αναθεωρητισμός της λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά όταν είναι σταδιακός, επίμονος και κανονικοποιημένος. Όπως επιχειρεί να κάνει με μόνιμες NAVTEX, αυθαίρετες ερμηνείες του διεθνούς δικαίου και πλέον με τα Θαλάσσια «εθνικά» πάρκα όπως τα αποκαλεί που εκτείνονται πέραν των χωρικών της υδάτων. Εξαναγκαστική πολιτική, χαλάρωση και μετά πάλι πίεση.
Η Ελλάδα αυτοεγκλωβίστηκε και αυτοπεριορίστηκε με ευθύνη της Κυβέρνησης η οποία επένδυσε μικροπολιτικά στα «ήρεμα νερά» κάνοντας το σύνθημα. Όμως μια εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να αξιολογείται από το πόσο ήρεμη είναι η θάλασσα.
Αξιολογείται από το τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια. Και κάτω από την επιφάνεια η Τουρκία συνέχισε να υλοποιεί την Στρατηγική της. Η Αθήνα αντί να διαμορφώνει τις εξελίξεις, συχνά εμφανίζεται να αντιδρά εκ των υστέρων με αμηχανία παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντιφατικές επιδιώξεις! Να διατηρήσει τα «ήρεμα νερά» και ταυτόχρονα να υπερασπιστεί ενεργά τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Αναπόφευκτα στην εξίσωση και ο Τραμπ
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη εξαιτίας της αμερικανικής πολιτικής. Ο Τραμπ δυστυχώς έχει δώσει στην Τουρκία και προσωπικά στον Ερντογάν σημαντικό περιθώριο ελιγμών. Ο Αμερικανός Πρέσβης Τομ Μπάρακ ενισχύει κάθε απαίτηση που προβάλλει η Άγκυρα έστω και αν φαίνεται ότι είναι μετρημένες οι μέρες του.
Η προσωπική σχέση Τραμπ – Ερντογάν, η αντίληψη του Αμερικανού προέδρου για τις διεθνείς σχέσεις ως συναλλαγή ισχύος και συμφερόντων και η ευρύτερη ανάγκη της Ουάσιγκτον να διατηρήσει την Τουρκία στο δυτικό στρατηγικό πλαίσιο δημιουργούν μια πραγματικότητα την οποία δεν μπορούμε να αγνοούμε.
Ο Ερντογάν αντιλαμβάνεται πολύ καλά αυτή τη συγκυρία. Και, όπως συμβαίνει διαχρονικά στην τουρκική στρατηγική, εκμεταλλεύεται τον χώρο που του προσφέρεται. Ο Τραμπ απλά δημιουργεί ευνοϊκότερο διεθνές περιβάλλον για τους στόχους της Άγκυρας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει από την Ουάσιγκτον ούτε από κανέναν άλλο να λύσει το πρόβλημά ασφαλείας της
Η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι κάποιος τρίτος, είτε είναι οι ΗΠΑ, είτε η ΕΕ, είτε το ΝΑΤΟ είτε κάποιες άλλες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις όπως αυτή με το Ισραήλ θα σταματήσει την Τουρκία.
Οι ΗΠΑ έχουν δικά τους συμφέροντα όπως και το ΝΑΤΟ έχει βασική προτεραιότητα τη συνοχή της Συμμαχίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει οικονομικά, μεταναστευτικά και γεωπολιτικά συμφέροντα αλλά και πολλά κράτη – μέλη βλέπουν την Τουρκία ως σημαντικό στρατηγικό εταίρο. Και το Ισραήλ αντιπαρατίθεται με την Τουρκία λόγω δικών του ζητημάτων ασφαλείας.
Η Ελλάδα πρέπει να είναι τόσο ισχυρή και τόσο στρατηγικά απαραίτητη, ώστε κανείς να μην θεωρεί εύκολη ή ανέξοδη την πίεση εναντίον της.
Πρέπει να ξυπνήσουμε από την απατηλή μακαριότητα των «ήρεμων νερών»
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι ότι τα «ήρεμα νερά» τελείωσαν. Το πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν ήταν τόσο ήρεμα όσο κάποιοι υποστήριζαν. Η Ελλάδα δεν μπορεί να χαράζει εξωτερική πολιτική με βάση την επικοινωνιακή ανάγκη να παρουσιάζει μια περίοδο σχετικής ύφεσης ως στρατηγική …επιτυχία.
Ας βάλουμε ευδιάκριτα όρια μεταξύ της αδυσώπητης πραγματικότητας και των ευσεβοποθισμών και άλλων επικοινωνιακών τεχνασμάτων. Η Τουρκία επιδιώκει αναθεώρηση του περιφερειακού status quo. Η Ελλάδα θέλει να διατηρήσει το status quo στη βάση του διεθνούς δικαίου. Αυτές οι δύο στρατηγικές δεν ταυτίζονται.
Μία διαφορά ή «όλα στο τραπέζι»;
Η Ελλάδα πρέπει να επιμείνει στη θέση ότι η μόνη διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς δικαιοδοτικής επίλυσης είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ.
Το να δεχθεί έστω και έμμεσα την τουρκική λογική της «ολιστικής λύσης» είναι άκρως επικίνδυνο. Ακόμα και αν χάρη του διαλόγου μπουν όλα τα ζητήματα που θέτουν οι Τούρκοι στο τραπέζι, έχεις ήδη αποδεχθεί ότι όλα είναι διαπραγματεύσιμα. Και αυτό ακριβώς επιδιώκει η Τουρκία εδώ και χρόνια. Να μετατρέψει τις μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις σε «διαφορές» που απαιτούν αμοιβαία διαπραγμάτευση. Και δυστυχώς κάποιοι εδώ στην Ελλάδα μιλούν για «διαφορές» και δίνουν δίκιο στους Τούρκους.
Στιβαρή διπλωματία, ανάσχεση και αποτροπή: Το τρίπτυχο που λείπει
Η Τουρκία συνιστά απειλή για τα εθνικά μας συμφέροντα. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η Ελληνική Εθνική Στρατηγική, (κάτι που τραγικά δεν υπάρχει) απέναντι στην Τουρκία πρέπει να στηρίζεται σε ένα σαφές τρίπτυχο. Στιβαρή Διπλωματία – Ανάσχεση – Αποτροπή.
Η διπλωματία δημιουργεί τα περιθώρια, Η ανάσχεση περιορίζει τον στρατηγικό χώρο του αντιπάλου και η αποτροπή καθιστά απαγορευτική την επιλογή της στρατιωτικής ή εξαναγκαστικής αλλαγής του status quo.
Στιβαρή διπλωματία δεν σημαίνει διπλωματία κατευνασμού
Η Ελλάδα πρέπει να έχει ανοικτούς τους δίαυλους επικοινωνίας με την Τουρκία και να συνομιλεί από θέση στρατηγικής αυτοπεποίθησης και όχι από φόβο μήπως διαταραχθούν τα «ήρεμα νερά». Στιβαρή διπλωματία σημαίνει σαφείς θέσεις και όχι γεραπετρίτιες εκθέσεις ιδεών, σταθερές κόκκινες γραμμές που δεν γίνονται ροζ ξέφτια, αξιοποίηση του διεθνούς δικαίου καθώς επίσης δημιουργία συμμαχιών και στρατηγικών σχέσεων για εξωτερική εξισορρόπηση.
Ανάσχεση
Δεν σημαίνει πόλεμο ούτε στρατιωτική αντιπαράθεση. Σημαίνει ότι δεν επιτρέπεις στον αντίπαλο να διευρύνει σταδιακά τον χώρο δράσης του χωρίς κόστος. Τόσο εγγύς Ελλάδας όσο και σε διεθνές επίπεδο.
Απαιτείται συστηματική πολιτική ανάσχεσης. Αλλά πως θα το γίνει αυτό όταν υποστηρίζουμε την υποψηφιότητα του κ. Φεριντούν Σινιρλίογλου ως Γενικού Γραμματέα του ΟΑΣΕ. Μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του Τουρκικού Αναθεωρητισμού.
Και φθάνουμε στην αποτροπή
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παρανόηση της σημερινής ελληνικής συζήτησης. Αποτροπή δεν είναι απλά να αγοράζεις όπλα. Δεν είναι να παρουσιάζεις έναν νέο εξοπλισμό ως απόδειξη εθνικής ισχύος. Δεν είναι να ανακοινώνεις πόσα Rafale, F-35, φρεγάτες, πυραύλους ή άλλα οπλικά συστήματα διαθέτεις. Και ασφαλώς δεν είναι ο λεγόμενος «εξοπλιστικός πατριωτισμός», όπως συχνά πλασάρεται από κυβερνητικούς κύκλους.
Οι εξοπλισμοί είναι αναγκαία προϋπόθεση. Δεν είναι όμως από μόνοι τους αποτροπή. Είναι η αντίληψη που έχει ο αντίπαλος και όχι τι λέμε εμείς! Ο αντίπαλος πρέπει να πιστεύει ότι οποιοδήποτε κέρδος επιδιώξει μέσω στρατιωτικής βίας ή στρατιωτικού εξαναγκασμού θα του επιφέρει τουλάχιστον ισόποση αν όχι μεγαλύτερη ζημία.
Η αποτροπή πρέπει να πείθει. Μια χώρα μπορεί να διαθέτει εξαιρετικά σύγχρονες Ένοπλες Δυνάμεις και παρ’ όλα αυτά να μην διαθέτει αξιόπιστη αποτροπή. Γιατί; Επειδή η αποτροπή κρίνεται τελικά στο μυαλό του αντιπάλου.
Τι πιστεύει ότι θα κάνει η Ελλάδα; Μεχρι πού είναι διατεθειμένη να φθάσει; Θα απαντήσει σε μια πρόκληση ή θα αναζητήσει απεγνωσμένα έναν συμβιβασμό; Θα επιβάλει κόστος ή θα περιοριστεί σε διπλωματικές διαμαρτυρίες όπως πράττει φοβικά και αμήχανα συνήθως. Και κυρίως: είναι η πολιτική ηγεσία διατεθειμένη να αναλάβει το κόστος της απόφασης όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή;
Αυτό που συνέβη στην Κάσο το 2024 είναι μία περίπτωση που απεικονίζει την ελληνική στάση και παρείχε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα στην Άγκυρα. Η τουρκική παρουσία και αντίδραση στην περιοχή και ο τρόπος με τον οποίο τελικά εξελίχθηκε η κατάσταση δημιούργησαν την εντύπωση ότι η Ελλάδα, προκειμένου να αποφύγει την κλιμάκωση, ήταν διατεθειμένη να περιορίσει στην πράξη την άσκηση των δικαιωμάτων της. Το χειρότερο δυνατό «μάθημα»!
Κοντολογίς η αποτροπή δεν είναι βιτρίνα εξοπλισμών. Είναι ικανότητα + πολιτική βούληση + επιχειρησιακή ετοιμότητα + στρατηγική επικοινωνία + αξιοπιστία.
Και εδώ η κυβέρνηση πρέπει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα. Έχει πείσει την Τουρκία ότι η Ελλάδα είναι αποφασισμένη να επιβάλει κόστος εάν παραβιαστούν οι κόκκινες γραμμές της;
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Ένα κίβδηλο και κουτοπόνηρο ερώτημα που τίθεται από το λόμπυ του κατευνασμού που δυστυχώς υπάρχει στην Αθήνα είναι «δεν θέλετε ειρήνη με την Τουρκία;» Φυσικά και θέλουμε αλλά ποια ειρήνη ;
Μια ειρήνη βασισμένη στην αμοιβαία αποδοχή του διεθνούς δικαίου και των κυριαρχικών δικαιωμάτων; Ή μια «ειρήνη» στην οποία η Ελλάδα θα πρέπει διαρκώς να αυτοπεριορίζεται για να μην ενοχλεί την Τουρκία;
Γιατί αυτό δεν θα είναι ειρήνη. Θα είναι καθεστώς μόνιμου στρατηγικού εκβιασμού. Τα «ήρεμα νερά» ίσως να ήταν χρήσιμα όσο υπηρετούσαν την αποκλιμάκωση. Γίνονται επικίνδυνα όταν μετατρέπονται σε αυτοσκοπό. Και τώρα που τα υποθαλάσσια ρεύματα του τουρκικού αναθεωρητισμού γίνονται ξανά ορατά, η Ελλάδα χρειάζεται κάτι περισσότερο από επικοινωνιακά συνθήματα.
Χρειάζεται στρατηγική ψυχραιμία, εθνική αυτοπεποίθηση και αξιόπιστη αποτροπή. Η οικοδόμηση συμμαχιών δεν είναι ανάθεση της ασφάλειας και της άμυνας μας σε αυτές αλλά ο πολλαπλασιασμός της δικής μας ισχύος.
Η όλη υπόθεση κρίνεται όχι σε πόσες πλατφόρμες έχεις και στην διαφήμιση τους αλλά στο ότι τι πιστεύει ο αντίπαλος ότι μπορεί να πετύχει απέναντί σου. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερα συνθήματα περί ισχύος. Χρειάζεται να καταστήσει την ισχύ της πιστευτή. Πολύ απλά η αποτροπή που δεν πείθει δεν είναι αποτροπή. Είναι απλώς ακριβός εξοπλισμός χωρίς επαρκές στρατηγικό αποτέλεσμα!

