Γράφει η Ζωή Καλαφάτη
Φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια
ώρα με την ώρα βιαστικά
νιάτα που περνούν
που δε θα ξαναρθούν
κι εκείνο που βλέπω
να μένει τελικά…
Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι
μες τα θερινά τα σινεμά
νύχτες που περνούν
που δε θα ξαναρθούν
μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά…
«Θερινά σινεμά», Λουκιανός Κηλαηδόνης
Οι αγαπημένες μας Κυριακές, στα καλύτερά μας χρόνια, ήταν αυτές που μας οδηγούσαν στα θερινά σινεμά. Ήταν για όλους επίσημη έξοδος, που μας καλούσε να φορέσουμε τα καλά μας. Σκούρο παντελόνι με καλοσιδερωμένο πουκάμισο οι κύριοι, λουλουδάτο μεσαρισμένο φόρεμα με μυτερό λευκό παπούτσι οι κυρίες. Επιλέγαμε συνήθως το κεντρικό «Τιτάνια» και κάποιες φορές το «Ρεξ» ή την «Όαση» στην περιοχή του σταθμού, ανάλογα με τις παρέες που είχαμε. Όσο για το έργο, συνήθως, ήταν κατάλληλο για όλη την οικογένεια. Γιατί, αν και είμαστε τότε στην παιδική ηλικία, είχαμε μάθει να ξεχωρίζουμε τα πολεμικά από τα γουέστερν, τα ερωτικά δράματα από τις κωμωδίες.
Εποχή του ’60-’70. Κι ο ελληνικός κινηματογράφος να ανθίζει από την προηγούμενη δεκαετία μέσα στα θερινά σινεμά. Μια μεγάλη αυλή ήταν τότε το σινεμά, με πάνινες πολυθρόνες του σκηνοθέτη, άσπρο χαλικάκι κι ένα τεράστιο κομμάτι λευκό πανί για οθόνη που συγκέντρωνε όλα τα μάτια, τα συναισθήματα, τις ανησυχίες και προσδοκίες. Μ’ έναν τρόπο σαγηνευτικό, υποβλητικό, καταλυτικό… Σε αυτή την ατμόσφαιρα, μόνιμος σινεφίλ θεατής το …φεγγάρι! Να ταξιδεύει στον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό κι εμείς συνταξιδιώτες στον επίγειο παράδεισο των κινηματογραφικών καρέ, συντροφιά με τα μεθυστικά αρώματα του γιασεμιού, του αγιοκλήματος, της μπουκαμβίλιας. Να περιμένουμε με αγωνία να σβήσει το φως, για να ξεκινήσει το ταξίδι στο όνειρο. Μόλις χαμήλωναν τα φώτα, επικρατούσε σιγή. Ύστερα από λίγο, κάποια κεφάλια περίεργων ξεπρόβαλλαν από τις βεράντες των διπλανών δίπατων σπιτιών, για ν’ απολαύσουν λάθρα την ταινία. Το απαγορευμένο είχε πάντα άλλη αίσθηση. Την ηρεμία διέκοπταν οι επιδρομές των κουνουπιών αλλά και οι αντιδράσεις των θεατών, οι οποίοι στην κορύφωση της υπόθεσης, γελούσαν, φώναζαν, αγρίευαν, έκλαιγαν. Πού και πού ρίχναμε και καμιά ματιά στον έναστρο ουρανό και ψιθυρίζαμε οι μικρότεροι: «Λες να βρέξει;» Φοβόμασταν μη χάσουμε και το εισιτήριο. Πέρασαν χρόνια, για να καθιερωθεί η αγωγή στον πολιτισμό του θεάματος και να αλλάξουν τα ήθη.
Καλαφάτη Ζωή (2015), απόσπ. από το βιβλίο μου «Καθημερινά και περίεργα», Νησίδες

