![]()
Γράφει ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, γεωστρατηγικός αναλυτής, αντιστράτηγος ε.α.
Το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η συμπεριφορά ακραίων εποίκων. Είναι εάν το ισραηλινό κράτος θα επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας
Η Δυτική Όχθη εξελίσσεται στο πιο επικίνδυνο εσωτερικό μέτωπο του Ισραήλ. Η πρωτοφανής έξαρση της βίας των εποίκων, η επιτάχυνση της εποικιστικής δραστηριότητας και η πολιτική επιρροή της μεσσιανικής ακροδεξιάς δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο η συμπεριφορά ακραίων εποίκων. Είναι εάν το ισραηλινό κράτος θα επιβάλει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας ή θα επιτρέψει σε μια μεσσιανική και εδαφική ιδεολογία να καθορίσει την πραγματικότητα στο έδαφος. Αν όμως η βία συνεχιστεί, η παλαιστινιακή ανταπόδοση μπορεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο εξέγερσης, τον οποίο το ίδιο το Ισραήλ θα κληθεί να αντιμετωπίσει στρατιωτικά.
Η βία εποίκων κατά Παλαιστινίων
Τα στοιχεία του ΟΗΕ αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Από την αρχή του 2026 καταγράφονται κατά μέσο όρο 6,6 περιστατικά βίας εποίκων την ημέρα στη Δυτική Όχθη, με θύματα, καταστροφές περιουσιών ή και τα δύο. Δεν πρόκειται για περιθωριακή παραβατικότητα. Αυτή η βία συνδέεται με εκτοπισμούς παλαιστινιακών κοινοτήτων και με την επέκταση των οικισμών.
Η ακολουθία είναι επικίνδυνα απλή. Βία, εκτοπισμός, εγκατάλειψη γης, επέκταση εποικισμών και νέα βία. Όταν αυτό συμβαίνει σε περιοχή υπό τον έλεγχο του ισραηλινού στρατού, το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιοι διαπράττουν τις επιθέσεις αλλά γιατί το κράτος δεν τους σταματά!
Δεν πρόκειται για «150 παραβάτες»
Ο Πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου έχει χαρακτηρίσει τους δράστες περίπου «150 ανήλικους παραβάτες», επιχειρώντας να διαχωρίσει την ακραία βία από το σύνολο των εποίκων. Όμως η πραγματικότητα είναι άλλη!
Η ισραηλινή υπηρεσιακή εκτίμηση για σημαντική αύξηση των περιστατικών εθνικιστικής βίας, οι επανειλημμένες επιθέσεις σε Παλαιστινίους και ακόμη και περιστατικά εναντίον δημοσιογράφων δείχνουν ένα πρόβλημα ευρύτερο από μερικές ομάδες νεαρών. Η βία συμβαδίζει με μια πολιτική που επιδιώκει την περαιτέρω εδραίωση της ισραηλινής κυριαρχίας στη Δυτική Όχθη.
Μπεν-Γκβιρ, Σμότριχ και Ζβιρ Σουκότ
Οι κυβερνητικοί εταίροι του Νετανιάχου Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και ο Μπεζαλέλ Σμότριχ καθώς επίσης και ο Βουλευτής Ζβιρ Σουκότ εκφράζουν την πιο ακραία εκδοχή αυτής της αντίληψης. Η «Ιουδαία και η Σαμάρεια» όπως χαρακτηρίζουν την Δυτική Όχθη δεν αποτελούν απλώς στρατηγικό βάθος του Ισραήλ αλλά τμήμα της ιστορικής και θρησκευτικής του επικράτειας.
Η κρίσιμη διαφορά! Η στρατηγική ασφάλειας ρωτά πώς θα επιβιώσει το Ισραήλ. Η μεσσιανική ιδεολογία ρωτά πώς θα πραγματοποιηθεί το «πεπρωμένο» του. Όταν τα δύο συγχέονται, η έννοια του κόστους υποχωρεί.
Δυτική ΌχθΚυρώσεις, διεθνής απομόνωση, οικονομικές συνέπειες, ρήξη με συμμάχους και διαρκής πόλεμος μπορούν τότε να αντιμετωπίζονται ως αποδεκτό τίμημα για την επίτευξη ενός ιδεολογικού στόχου. Αυτό όμως δεν είναι στρατηγική. Είναι επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός.
Το E1 αλλάζει τα δεδομένα
Η προώθηση του οικιστικού σχεδίου E1, ανατολικά της Ιερουσαλήμ, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από την κατασκευή μερικών ακόμη οικιστικών μονάδων πέρα από τα ψηφίσματα του ΣΑ/ΟΗΕ! Η υλοποίησή του απειλεί να διακόψει την γεωγραφική συνέχεια της Δυτικής Όχθης και να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη τη δημιουργία βιώσιμου παλαιστινιακού κράτους.
Στις 20 Αυγούστου, 22 χώρες και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μεταξύ τους η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Ελλάδα και η Κύπρος καταδίκασαν από κοινού το σχέδιο. Η Βρετανία το χαρακτήρισε «απαράδεκτο και καταστροφικό».
Το μήνυμα είναι σαφές. Η διεθνής κοινότητα αρχίζει να αντιμετωπίζει την εποικιστική πολιτική όχι ως δευτερεύον ζήτημα, αλλά ως παράγοντα που μπορεί να προκαλέσει περιφερειακή αστάθεια.
Η Ευρώπη περνά από τις διαμαρτυρίες στις κυρώσεις
Η αντίδραση δεν περιορίζεται πλέον σε διπλωματικές δηλώσεις. Η Βρετανία έχει επιβάλει κυρώσεις σε πρόσωπα και οργανώσεις που συνδέονται με τη βία εποίκων, ενώ έχει προειδοποιήσει επιχειρήσεις για οικονομική δραστηριότητα στους εποικισμούς. Η Ολλανδία έχει επίσης κινηθεί προς περιορισμούς που αφορούν προϊόντα από εποικισμούς.
Η εξέλιξη αυτή έχει στρατηγική σημασία. Όσο αυξάνεται η βία και προχωρούν οι εποικισμοί, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα το ζήτημα να μετατραπεί από πολιτική διαφωνία σε συστηματικό πρόβλημα στις σχέσεις του Ισραήλ με τη Δύση.
Και η Αμερική αρχίζει να σκληραίνει τη στάση της
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η αμερικανική διάσταση. Ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι έχει καταδικάσει με ιδιαίτερα σκληρούς όρους τη βία των εξτρεμιστών εποίκων. Παράλληλα, 45 Δημοκρατικοί γερουσιαστές κάλεσαν τον Νετανιάχου να λάβει μέτρα για την αυξανόμενη βία στη Δυτική Όχθη.
Αναντίρρητα δεν έχουμε ανατροπή της στρατηγικής σχέσης Ουάσιγκτον – Ιερουσαλήμ. Όμως η αμερικανική υποστήριξη δεν μπορεί να θεωρείται απεριόριστη πολιτική κάλυψη για κάθε επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης. Και αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στο Ισραήλ.
Η προειδοποίηση των ΙΕΔ
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο προέρχεται από τον ίδιο τον Στρατό. Ο διοικητής της Κεντρικής Διοίκησης, υποστράτηγος Άβι Μπλουθ, προειδοποίησε τον Νετανιάχου ότι η αυξανόμενη βία των εποίκων μπορεί να πυροδοτήσει ευρύτερη παλαιστινιακή εξέγερση και να δυσχεράνει την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Ο δε Αρχηγός Στρατηγός Εγιάλ Ζαμίρ διέταξε παράλληλα ενίσχυση των ισραηλινών δυνάμεων στη Δυτική Όχθη. Αυτό δείχνει ότι Στρατός προετοιμάζεται για τις συνέπειες μιας πολιτικής που η ίδια η στρατιωτική ηγεσία θεωρεί ότι μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Όμως ποιος χαράζει τελικά την πολιτική ασφαλείας στη Δυτική Όχθη;
Η πολιτική ηγεσία που δέχεται πιέσεις από τους ακροδεξιούς εταίρους της ή ο Στρατός που πρέπει να διαχειριστεί καθημερινά τις συνέπειες αυτών των πολιτικών; Όταν ένας Στρατηγός προειδοποιεί ότι η βία των εποίκων μπορεί να προκαλέσει εξέγερση και την ίδια στιγμή βρίσκεται αντιμέτωπος με πολιτικές παρεμβάσεις, το πρόβλημα μετατρέπεται από επιχειρησιακό σε θεσμικό και στρατηγικό.
Και αν οι Παλαιστίνιοι ανταποδώσουν;
Εδώ βρίσκεται η πραγματική ωρολογιακή βόμβα. Τι θα συμβεί εάν η βία των εποίκων προκαλέσει μαζική παλαιστινιακή ανταπόδοση; Θα δούμε ξανά έναν φαύλο κύκλο! Επίθεση, αντίποινα, νέα επίθεση, καταστολή, περισσότερα θύματα, γενίκευση της εξέγερσης.
Μια τρίτη Ιντιφάντα δεν θα είναι κατ’ ανάγκην αντίγραφο των δύο προηγούμενων. Θα μπορούσε να είναι περισσότερο αποκεντρωμένη, με μικρές ένοπλες ομάδες, επιθέσεις κατά εποίκων, στρατιωτικών στόχων, οδικών αξόνων και ισραηλινών κοινοτήτων.
Για το IDF αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο μέτωπο μιας και δεν θα αντιμετώπιζε απλώς οργανωμένες τρομοκρατικές οργανώσεις αλλά μια κοινωνία που θα είχε περάσει σε κατάσταση διαρκούς εξέγερσης.
Το παράδοξο της ακραίας βίας
Οι εξτρεμιστές έποικοι υποστηρίζουν ότι η σκληρότητα αποτρέπει την παλαιστινιακή αντίσταση. Μάλλον συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η συνεχής βία, ο εκτοπισμός και η αίσθηση ότι δεν υπάρχει πολιτική προοπτική δημιουργούν κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναδύονται οι πιο ακραίες παλαιστινιακές οργανώσεις.
Κοντολογίς, η υπερβολική χρήση ισχύος μπορεί να παράγει τον αντίπαλο που υποτίθεται ότι θέλει να εξαλείψει. Ένα από τα κλασικά στρατηγικά αδιέξοδα της αντιμετώπισης εξεγέρσεων.
Ο Νετανιάχου μπορεί να συνεχίσει την πολιτική ισορροπία ανάμεσα στους εταίρους της μεσσιανικής ακροδεξιάς και στις προειδοποιήσεις του στρατού. Καταδικάζει μεν τους «ταραξίες», χωρίς όμως να συγκρούεται αποφασιστικά με το πολιτικό περιβάλλον που τους ενθαρρύνει.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να είναι απλός θεατής
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να επιδιώκει ισχυρές σχέσεις με το Ισραήλ και να υποστηρίζει το δικαίωμά του στην ασφάλεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να υιοθετεί άκριτα κάθε επιλογή της ισραηλινής κυβέρνησης.
Η πραγματική φιλία δεν είναι χειροκρότημα. Είναι και η δυνατότητα να λες στον σύμμαχό σου την άβολη αλήθεια. Και η άβολη αλήθεια σήμερα είναι ότι η ανεξέλεγκτη βία των εποίκων δεν ενισχύει την ασφάλεια του Ισραήλ. Την υπονομεύει.
Η στρατηγική αυτοπαγίδευση
Το Ισραήλ διαθέτει από τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στον κόσμο. Μπορεί να αντιμετωπίσει στρατιωτικούς αντιπάλους. Μπορεί να καταστρέψει τρομοκρατικές υποδομές. Μπορεί να επιβάλει προσωρινά τον έλεγχο μιας περιοχής. Αυτό που δεν μπορεί να κάνει επ’ αόριστον είναι να χρησιμοποιεί στρατιωτική ισχύ για να υποκαθιστά μια πολιτική λύση.
Η Δυτική Όχθη είναι ένα σύνθετο δημογραφικό, πολιτικό και στρατηγικό πρόβλημα. Δεν λύνεται με περισσότερους εποικισμούς. Δεν λύνεται με εκτοπισμούς. Και ασφαλώς δεν λύνεται με την ανοχή στην τρομοκρατική βία οποιασδήποτε πλευράς.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι μία αποσταθεροποίηση στην Δυτική Όχθη επηρεάζει Η αποσταθεροποίησή της επηρεάζει την Ιορδανία, την Αίγυπτο, τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου και ολόκληρο το αραβοϊσραηλινό σύστημα.
Το επικίνδυνο στοίχημα
Το όραμα των ακραίων κύκλων είναι ότι το Ισραήλ μπορεί να επεκτείνει επ’ αόριστον τον έλεγχό του στη Δυτική Όχθη, να ακυρώσει κάθε παλαιστινιακή πολιτική προοπτική και ταυτόχρονα να διατηρήσει αλώβητες τις σχέσεις του με τις ΗΠΑ και τη Δύση. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά επικίνδυνο στοίχημα.
Η στρατηγική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε άρματα, αεροσκάφη και πυραύλους. Μετριέται και στην ικανότητα ενός κράτους να μετατρέπει τη στρατιωτική του υπεροχή σε διαρκή πολιτική σταθερότητα.
Εάν η πολιτική της Δυτικής Όχθης οδηγήσει σε νέα Ιντιφάντα, βαθύτερη διεθνή απομόνωση και ρήξη με τους σημαντικότερους συμμάχους, τότε το Ισραήλ θα έχει πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιδιώκει. Οι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι υπερασπίζονται το μέλλον του Ισραήλ μπορεί τελικά να είναι εκείνοι που το οδηγούν στη μεγαλύτερη στρατηγική του δοκιμασία.
Η Δυτική Όχθη είναι η πυριτιδαποθήκη που μπορεί να ανοίξει το επόμενο μέτωπο. Και αυτή τη φορά, η έκρηξη μπορεί να μην έρθει από έναν εξωτερικό εχθρό. Αλλά από την ίδια την πολιτική του Ισραήλ.
Διαπιστώσεις – Συμπεράσματα
Η βία των εποίκων δεν αποτελεί περιθωριακό φαινόμενο, αλλά παράγοντα στρατηγικής αποσταθεροποίησης. Η συχνότητα των περιστατικών, ο εκτοπισμός παλαιστινιακών κοινοτήτων και η σύνδεσή τους με την επέκταση των εποικισμών δημιουργούν έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη έκρηξη στη Δυτική Όχθη κάτι που θα προκαλέσει περιφερειακή αστάθεια.
Η πιθανότητα μιας νέας παλαιστινιακής εξέγερσης δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Η συσσώρευση βίας, εκτοπισμών, ταπεινώσεων και απουσίας πολιτικής προοπτικής δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την αναζωπύρωση της ένοπλης αντίστασης. Μια νέα Ιντιφάντα δεν θα είναι κατ’ ανάγκην επανάληψη του παρελθόντος, αλλά θα μπορούσε να είναι περισσότερο αποκεντρωμένη, παρατεταμένη και δύσκολη στην αντιμετώπισή της.
Μια τέτοια εξέλιξη θα ήταν στρατηγική παγίδα και για το ίδιο το Ισραήλ.
Η διεύρυνση του μετώπου στη Δυτική Όχθη θα απαιτούσε πρόσθετες ισραηλινές δυνάμεις, θα αύξανε την πίεση στο IDF και θα επιβάρυνε την ήδη σύνθετη επιχειρησιακή κατάσταση του Ισραήλ.
Η αυξανόμενη αντίδραση ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, αλλά και οι εντονότερες αμερικανικές παρεμβάσεις, δείχνουν ότι η πολιτική των εποικισμών και η βία στη Δυτική Όχθη μετατρέπονται σταδιακά σε πρόβλημα και για τις ίδιες τις σχέσεις Ισραήλ – Δύσης.
Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι η στρατιωτική αδυναμία του Ισραήλ. Είναι η πιθανότητα η πολιτική του να καταστήσει τη στρατιωτική του ισχύ στρατηγικά αναποτελεσματική. Ένα κράτος μπορεί να νικήσει στρατιωτικά τους αντιπάλους του και ταυτόχρονα να χάσει πολιτικά, διπλωματικά και στρατηγικά.
Η Δυτική Όχθη κινδυνεύει να γίνει ένα μέτωπο που δεν θα μπορεί να εγκαταλείψει, δεν θα μπορεί να λύσει στρατιωτικά και, εάν συνεχιστεί η σημερινή πορεία, θα το υποχρεώνει διαρκώς να πληρώνει μεγαλύτερο πολιτικό και διεθνές τίμημα.

