Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα της Ευρώπης. Ο Ράτκο Μλάντιτς καταδικάστηκε από διεθνές δικαστήριο για γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Κι όμως, μόλις πριν από λίγες ημέρες η κηδεία του στη Σερβία μετατράπηκε σε δημόσια τελετή με στρατιωτικές τιμές, κυβερνητικούς αξιωματούχους και χιλιάδες παρευρισκόμενους.
Η ίδια Ευρώπη, την ίδια στιγμή φωτογραφίζεται και συνομιλεί σε κορυφαίο επίπεδο με τον Άχμεντ αλ-Σαράα, τον απoκεφαλιστή. Ο Αντόνιο Κόστα συναντήθηκε μαζί του στη Δαμασκό και η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλώνει ότι στηρίζει τη «δημοκρατική και χωρίς αποκλεισμούς μετάβαση» της Συρίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη πρέπει να συνομιλεί με δύσκολους και αμφιλεγόμενους ηγέτες. Φυσικά και πρέπει, όταν αυτό εξυπηρετεί την ειρήνη και τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Το ερώτημα είναι αν εφαρμόζει τα ίδια μέτρα και τα ίδια σταθμά. Γιατί όταν ο ένας χαρακτηρίζεται εγκληματίας πολέμου και η δημόσια τιμή του θεωρείται προσβολή των ευρωπαϊκών αξιών, ενώ για τον άλλο επιχειρείται μια νέα πολιτική εικόνα, χωρίς να έχει εξαφανιστεί το βαρύ παρελθόν του ισλαμιστικού κινήματος από το οποίο προέρχεται, αλλά και ΑΓΝΟΟΥΜΕ τα όσα συμβαίνουν από τον Δεκέμβριο του 2024 με τους ελληνορθόδοξους στη Συρία, αλλά και τις άλλες θρησκευτικές μειονότητες, τότε ο Ευρωπαίος πολίτης δικαιούται να αναρωτηθεί τι ακριβώς σημαίνουν στην πράξη οι περίφημες «ευρωπαϊκές αξίες».
Και μετά θα έρθει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση και θα δηλώσουν όλοι έκπληκτοι όταν το AfD στη Γερμανία, ή αντίστοιχα κόμματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, θα αυξήσουν ακόμη περισσότερο τα ποσοστά τους.
Δεν θα πρέπει να απορούν
Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι η Ευρώπη μιλά με δύο μέτρα και δύο σταθμά, όταν βλέπουν τη μετανάστευση, την ασφάλεια, την οικονομία, την ενέργεια και την εξωτερική πολιτική να αντιμετωπίζονται με τρόπο που θεωρούν αντιφατικό, τότε η ψήφος διαμαρτυρίας βρίσκει έδαφος.
Το καμπανάκι έχει χτυπήσει εδώ και μήνες, να μην πω τα τελευταία 2-3 χρόνια. Αν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίσουν να το αγνοούν, την επομένη των εκλογών δεν θα δικαιούνται να δηλώνουν σοκαρισμένες. Θα πρέπει να αναρωτηθούν γιατί οι ίδιοι οι πολίτες τους γύρισαν την πλάτη.
Αλλά δεν μπορούν!!!
Όταν κάθε αντίδραση των πολιτών βαφτίζεται «υποκινούμενη»
Είναι εύκολο για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αποδίδουν κάθε κοινωνική αντίδραση στην Ακροδεξιά, στον Έλον Μασκ, στη ρωσική επιρροή ή σε κάποια οργανωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης.
Ασφαλώς και υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις που επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια και ασφαλώς υπάρχουν εξωτερικοί παράγοντες που παρεμβαίνουν στον ευρωπαϊκό δημόσιο διάλογο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκατομμύρια Ευρωπαίοι πολίτες που διαμαρτύρονται έχουν όλοι κάποιον «καθοδηγητή» πίσω τους. Κάποια στιγμή πρέπει να αναρωτηθούν οι κυβερνήσεις μήπως οι πολίτες διαμαρτύρονται επειδή πραγματικά έχουν προβλήματα.
Τρανταχτό παράδειγμα η Ισπανία και η κρίση στη Θέουτα. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους, με περίπου 50.000 να διαδηλώνουν μόνο στη Μαδρίτη, ενώ αντίστοιχες κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν σε πολλές ισπανικές πόλεις.
Ο Πέδρο Σάντσεθ έχει υποστηρίξει ότι η κρίση διογκώθηκε και από ξένη παραπληροφόρηση. Όμως, κύριε Σάντσεθ, δεν μπορεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι να είναι προϊόν κάποιας ξένης επιχείρησης. Δεν μπορεί κάθε πολίτης που διαφωνεί με την πολιτική σας να θεωρείται θύμα προπαγάνδας ή υποκινούμενος από σκοτεινά κέντρα. Υπάρχει και η πραγματικότητα που βιώνει ο ίδιος ο πολίτης, υπάρχει η αγωνία για την ασφάλεια, τη μετανάστευση, την καθημερινότητα και την αίσθηση ότι η πολιτική εξουσία δεν ακούει.
ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο λάθος που κινδυνεύει να κάνει η Ευρώπη. Όσο οι κυβερνήσεις αρνούνται να ακούσουν το μήνυμα και βαφτίζουν κάθε αντίδραση «Ακροδεξιά», «ρωσικό δάχτυλο» ή «παρέμβαση του Μασκ», τόσο περισσότερο ενισχύουν εκείνους που υποτίθεται ότι θέλουν να περιορίσουν.
Αλλάξτε ρότα όσο υπάρχει χρόνος!!!

