Ο Καλίν στο Μαξίμου, οι τουρκικές απειλές και η ώρα των ελληνικών αποφάσεων
Η Αθήνα δεν μπορεί να συνεχίσει να απαντά στις τουρκικές πιέσεις μόνο με διαπιστώσεις. Από την «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα καλείται πλέον να περάσει από τη διαχείριση στην ενεργητική αποτροπή.
Εάν επιβεβαιωθούν όσα έχουν δει το τελευταίο διάστημα το φως της δημοσιότητας σχετικά με την επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών ΜΙΤ, Ιμπραήμ Καλίν, στην Αθήνα και την είσοδό του στο Μέγαρο Μαξίμου, τότε η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και διπλωματική βαρύτητα.
Μέχρι σήμερα, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει επιβεβαιώσει επισήμως ούτε τη συνάντηση του Καλίν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ούτε το ακριβές περιεχόμενο των συνομιλιών. Ωστόσο, τουρκικά και ελληνικά δημοσιεύματα επιμένουν ότι ο επικεφαλής της ΜΙΤ μετέφερε στην Αθήνα τις έντονες αντιδράσεις της Άγκυρας για τις ελληνικές κινήσεις στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και, κυρίως, για την αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα.
Εάν πράγματι ένας ανώτατος Τούρκος αξιωματούχος μετέφερε στην ελληνική κυβέρνηση ένα μήνυμα που προσεγγίζει το περιεχόμενο τελεσιγράφου, τότε η Αθήνα δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει ως μια ακόμη διπλωματική ενόχληση της Άγκυρας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να δέχεται υποδείξεις για το ποια αμυντικά συστήματα θα αποκτήσει, ποιες συμμαχίες θα αναπτύξει και ποια κυριαρχικά της δικαιώματα θα ασκήσει.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» φαίνεται ότι ενόχλησε την Άγκυρα
Η συμφωνία Ελλάδας και Ισραήλ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι πλέον σχέδιο επί χάρτου. Στις 31 Αυγούστου υπεγράφη στο Τελ Αβίβ η διακρατική συμφωνία για την ανάπτυξη του πολυεπίπεδου αντιαεροπορικού και αντιβαλλιστικού συστήματος, συνολικού προϋπολογισμού περίπου 3,035 δισ. ευρώ. Η πλήρης ανάπτυξή του προβλέπεται έως τον Ιούλιο του 2029.
Η τουρκική αντίδραση υπήρξε έντονη. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης και αναλυτές παρουσίασαν τη συμφωνία ως εξέλιξη που επηρεάζει την ισορροπία στην περιοχή, ενώ αποδόθηκε στην Άγκυρα η θέση ότι το σύστημα συνδέεται με την ενίσχυση της Ελλάδας έναντι της Τουρκίας.
Αυτό από μόνο του λέει πολλά.
Ένα αμυντικό σύστημα που η Ελλάδα δημιουργεί για να προστατεύσει τον εναέριο χώρο της παρουσιάζεται από την Τουρκία ως απειλή.
Γιατί;
Επειδή αλλάζει τα δεδομένα της αποτροπής.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία. Η αποτροπή δεν λειτουργεί όταν ο αντίπαλος γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η άλλη πλευρά φοβάται να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματά της. Λειτουργεί όταν γνωρίζει ότι κάθε επιθετική κίνηση θα έχει κόστος.
Η Άγκυρα δοκιμάζει τα όρια της Αθήνας
Η Τουρκία τα τελευταία χρόνια έχει οικοδομήσει μια συγκεκριμένη στρατηγική. Διατυπώνει διεκδικήσεις, δημιουργεί τετελεσμένα ή προσπαθεί να τα δημιουργήσει πολιτικά, αντιδρά σε ελληνικές κινήσεις και ταυτόχρονα μετρά τις αντιδράσεις της Αθήνας.
Τα πρόσφατα τουρκικά προεδρικά διατάγματα για τα θαλάσσια πάρκα στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Αθήνα τα χαρακτήρισε παράνομα και υπογράμμισε ότι δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα ούτε δημιουργούν τετελεσμένα.
Όμως η Τουρκία δεν περιορίζεται εκεί.
Η συζήτηση γύρω από τη «Γαλάζια Πατρίδα», οι τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο, η αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και η προσπάθεια να παρουσιαστούν οι ελληνικές κινήσεις ως «μονομερείς προκλήσεις» συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η Αθήνα δεν μπορεί πλέον να απαντά αποκλειστικά με διπλωματικές ανακοινώσεις.
Η περίοδος των «ήρεμων νερών» φαίνεται να περνά σε μια διαφορετική φάση. Και αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει να κάνει.
Από την άμυνα στην ενεργητική αποτροπή
Η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να αναπτύσσει τις αμυντικές της δυνατότητες και να οικοδομεί συμμαχίες. Η συμφωνία με το Ισραήλ είναι ένα σημαντικό βήμα. Η συνεργασία με την Αίγυπτο είναι επίσης κρίσιμη. Η στρατηγική σχέση με τη Γαλλία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι, με τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκονται μεταξύ των θεμάτων που συζητήθηκαν. Είναι λοιπόν η στιγμή να σταλεί ένα ξεκάθαρο μήνυμα.
Όχι μήνυμα πολέμου.
Μήνυμα αποφασιστικότητας.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να επιδιώκει την ένταση. Πρέπει όμως να καταστήσει απολύτως σαφές ότι δεν θα αποδέχεται τουρκικό δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις της.
Η ΑΟΖ πρέπει να επιστρέψει στο κέντρο της ελληνικής στρατηγικής
Εάν η Αθήνα θέλει πραγματικά να αλλάξει το στρατηγικό περιβάλλον, τότε οφείλει να εξετάσει πολύ σοβαρά την επόμενη μεγάλη κίνηση.
Την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών της.
Η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και να προχωρήσει στην αξιοποίηση των δικαιωμάτων της στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, εκεί όπου αυτό είναι νομικά και διπλωματικά εφικτό.
Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η ανακήρυξη ΑΟΖ και η οριοθέτηση ΑΟΖ με γειτονικά κράτη δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά της σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας, όμως η οριοθέτηση με κράτη που έχουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές απαιτεί συμφωνίες ή, όπου δεν υπάρχει συμφωνία, άλλη προβλεπόμενη διαδικασία επίλυσης διαφορών.
Επομένως, η στρατηγική δεν μπορεί να είναι μια κίνηση εντυπωσιασμού. Πρέπει να είναι μια νομικά θωρακισμένη, διπλωματικά προετοιμασμένη και στρατιωτικά υποστηριζόμενη εθνική πολιτική. Αυτό σημαίνει ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Πολιτειών και των βασικών συμμάχων της χώρας, συντονισμό με την Κύπρο και την Αίγυπτο και ταυτόχρονη ενίσχυση της ελληνικής αποτρεπτικής ισχύος.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός μετά τις παλινωδίες των τελευταίων έξι ετών, από το 2020 και μετά, μπορεί να σώσει την κατάσταση και αφού έχει τελειώσει και η διάρκεια των ήρεμων νερών και της διακήρυξης των Αθηνών, αυτό που πρέπει να κάνει πλέον η Ελλάδα για να βάλει φρένο και στο δόγμα της γαλάζιας πατρίδας, το οποίο αναμένεται με βάση τα όσα λένε οι Τούρκοι τον Οκτώβρη να νομοθετηθεί ως εσωτερικό τουρκικό δίκαιο, αλλά και μετά τα δύο θαλάσσια πάρκα σε βόρειο Αιγαίο και Καστελόριζο, η Ελλάδα αν σέβεται τον εαυτό της ως κράτος, αυτό που θα πρέπει να κάνει είναι να προχωρήσει σε ανακήρυξη αποκλειστικής οικονομικής ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο ενώνοντας και την αποκλειστική οικονομική ζώνη με την Κύπρο.
Αυτό που μπορεί να κάνει διπλωματικά η Ελλάδα είναι να ενημερώσει τους συμμάχους, την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στη συνέχεια να πραγματοποιήσει μια διακλαδική άσκηση από το βόρειο Αιγαίο μέχρι και το Καστελόριζο, και στο μέσο αυτής της άσκησης να ανακηρύξει την αποκλειστική οικονομική ζώνη. Τότε θα δούμε και πώς απίδια πιάνει ο σάκος για την Τουρκία.
Το μήνυμα από την Αίγυπτο και το επόμενο βήμα στο Παρίσι
Η ελληνική διπλωματία έχει σήμερα ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Η Αθήνα δεν είναι μόνη. Η συνεργασία με την Αίγυπτο, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, η γαλλοελληνική συνεργασία και η ευρωπαϊκή διάσταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μπορούν να δημιουργήσουν ένα πολύ ισχυρότερο πλαίσιο αποτροπής. Το ζήτημα είναι εάν η Ελλάδα θα αξιοποιήσει αυτό το πλαίσιο.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά τη συνάντηση με τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και τώρα με τον Εμανουέλ Μακρόν, έχει μπροστά του μια ευκαιρία να μεταφέρει ένα ενιαίο μήνυμα: Η Ελλάδα επιδιώκει την ειρήνη, αλλά δεν διαπραγματεύεται υπό απειλή. Αυτό πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητό και στην Άγκυρα.
Η Ελλάδα πρέπει να πάψει να φοβάται τις δικές της κινήσεις
Για δεκαετίες η ελληνική εξωτερική πολιτική αντιμετωπίζει την τουρκική απειλή με έναν συνδυασμό αποτροπής και φόβου κλιμάκωσης. Ο φόβος της σύγκρουσης είναι απολύτως κατανοητός. Όμως υπάρχει ένα σημείο στο οποίο ο φόβος της κλιμάκωσης μπορεί να μετατραπεί σε αδυναμία άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Και τότε η αποτροπή παύει να λειτουργεί. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να γίνει επιθετική.
Χρειάζεται να γίνει προβλέψιμα αποφασιστική.
Να γνωρίζει η Τουρκία ότι μια απειλή δεν θα οδηγεί την Αθήνα σε υποχώρηση. Να γνωρίζουν οι σύμμαχοι ότι η Ελλάδα δεν ζητά από αυτούς να πολεμήσουν για λογαριασμό της, αλλά ότι είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της. Και να γνωρίζει η ελληνική κοινωνία ότι η ειρήνη δεν εξασφαλίζεται με την αποφυγή κάθε κίνησης που μπορεί να ενοχλήσει την Άγκυρα.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» είναι ένα κομμάτι αυτής της νέας πραγματικότητας. Τα θαλάσσια πάρκα είναι ένα άλλο. Η ενεργειακή και γεωπολιτική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ είναι ένα ακόμη. Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι μια συνολική ελληνική στρατηγική.
Και εάν αυτή η στρατηγική περιλαμβάνει την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων της Ελλάδας στις θαλάσσιες ζώνες της, τότε η Αθήνα οφείλει να την προετοιμάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποτελεί μια κίνηση εντυπωσιασμού, αλλά μια κίνηση που θα αλλάξει πραγματικά τους συσχετισμούς. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά από την Τουρκία να σεβαστεί τα δικαιώματά της.
Πρέπει να δείξει ότι είναι αποφασισμένη να τα ασκήσει.

