Γράφει η Δέσποινα Χιντζογλου-Αμασλίδου, κόρη και ανιψιά των αδελφών Πρόδρομου και Χρήστου Χίντζογλου, που φιλοξενήθηκαν από το 1923 και για μεγάλο χρονικό διάστημα, στο γνωστό ορφανοτροφείο, στην Ερμούπολη της Σύρου.
Ένα γράμμα στον μπαμπά μου, (Το κείμενο αυτό εστάλη σ’ αυτούς που ερευνούν τα αρχεία του ορφανοτροφείου της Σύρου).
… Αλήθεια μπαμπά, κάποτε που σε ρώτησα πώς βρέθηκες στο ορφανοτροφείο της Σύρου εκείνα τα χρόνια, δε θυμόσουν να μου πεις ή μάλλον αρνιόσουν να «ξαναζήσεις» εκείνες τις στιγμές…
Μερικές φορές σε κατάφερνα κι άρχιζες την αφήγηση για λίγο και μετά κλεινόσουν πάλι στον εαυτό σου. Μια μέρα μάλιστα σε έπεισα να μιλήσεις μπροστά σε μαγνητόφωνο κι έμοιαζε με παιχνίδι και ξανοίχθηκες και είπες πολλά, και χαρήκαμε κι οι δυο. Άρχισα έτσι να μαθαίνω σιγά-σιγά για σένα και τους δικούς σου και προ παντός άρχισα να ψάχνω τις ιστορικές πηγές. Έπρεπε να μάθω…
Η μανούλα σου, η Ξανθίππη, πέθανε νωρίς. Δεν έχω ούτε μια φωτογραφία της. Μετά από μια γέννα (ίσως κι έναν επιλόχειο) έφυγε στα νιάτα της αφήνοντας εσένα και τον αδελφό σου, μαζί και τον πατέρα σας Γιοβάννη, μόνους κι απαρηγόρητους στο *Γιοσγάτ. Η ζωή στο σπίτι δυσκόλεψε, παρ’ όλο που η θεία Μαριγώ έκανε ό, τι μπορούσε για σας τα παιδιά και τον αδελφό της. Ήταν η εποχή που οι Τούρκοι άρχισαν να στρατολογούν τους στρατεύσιμους (μουσουλμάνους και χριστιανούς) κι η μέρα σας χαραμιζόταν στον φόβο και την αγωνία. Ώσπου αποφάσισε ο πατέρας να φύγετε για την Σαμψούντα, γιατί πίστευε ότι στην πόλη καλύτερα θα μπορούσε να κρυφτεί. Εκεί, από αγρότης έγινε έμπορος, παράτησε τις τσόχινες βράκες και τους **τζουμπέδες, φόρεσε κουστούμι και γιλέκο και γρήγορα παντρεύτηκε την Ευανθία, γιατί έτσι έπρεπε…
Όμως αγρίεψαν τα πράγματα.
Άρχισαν να συλλαμβάνουν χριστιανούς και να τους στέλνουν στα τάγματα εργασίας. Και τότε τον συνέλαβαν. Όσο κι αν έψαξα, δεν έμαθα αν ήταν τυχαία η σύλληψή του ή αν ήταν τότε που επικηρύχθηκε ο συνονόματος ξάδελφός του (Ιωάννης Χίντζογλου επίσης), ο γνωστός σε όλους Γιοβάν Τσαούς, που ήταν οργανωμένος στο αντάρτικο του Πόντου και η δράση του ενοχλούσε τους Τούρκους.
Συνελήφθη τότε ο πατέρας σας, όπως κι ο ξάδελφός του εξάλλου, κι οδηγήθηκε μαζί με άλλους στα ***αμελέ-ταμπουρού. Δεν τον ξαναείδατε ποτέ, ούτε μάθατε… πώς, πού και πότε πέθανε. Έμεινε η κορνιζωμένη φωτογραφία του, με το παπιγιόν και το κουστούμι, από τότε που άνοιξε το εμπορικό ραφτάδικο στην Σαμψούντα… από τότε που έκανε όνειρα.
Τότε ένοιωσες την πραγματική ορφάνια. Μια μέρα έφεραν στην πλατεία της Σαμψούντας πτώματα «****αμελέδων» και τα αράδιασαν στη σειρά, κι αμέσως οι ντελάληδες άρχισαν να καλούν τους συγγενείς, να πάρουν τον νεκρό τους και να τον θάψουν. Σε σένα έπεσε ο κλήρος να πας για τη θλιβερή «αναγνώριση». Ήσουν μόλις 8 χρονών. Ευτυχώς δεν τον βρήκες πουθενά. Προφανώς ο Γιοβάννης δεν ήταν σ’ αυτήν την καταραμένη αποστολή. Ογδόντα χρόνια μετά, σ’ ένα ταξίδι στη Μικρά Ασία, έμεινα σ’ ένα ξενοδοχείο μπροστά στην πλατεία αυτή. Μου ‘χες πει την ιστορία.
Στήθηκα στο παράθυρο και σ’ έκανα «εικόνα» να περιφέρεσαι από νεκρό σε νεκρό ψάχνοντας τον σκοτωμένο μπαμπά σου. Δεν ξέρω… έκλαιγες, έτρεμες, μουρμούριζες; Εγώ πάντως έκλαιγα που «σ’ έβλεπα» μικρό παιδί, σ’ αυτήν τη δύσκολη «αποστολή». Ο πατέρας σας χάθηκε, δεν τον ξαναείδατε κι ήταν μόνο 33 χρονών. Γρήγορα ήρθαν και τα πιο δύσκολα. Έπρεπε να φύγετε με πλοίο για τη Θεσσαλονίκη.
Την ορφάνια τη γνωρίζατε… Σε λίγο θα γνωρίζατε και την προσφυγιά…
Δε μας μιλούσες ποτέ. Δεν μας είπες λεπτομέρειες. Ίσως δε θυμόσουν. Ίσως ήθελες να ξεχάσεις. Τελευταία διάβασα κάπου ότι τα πλοία από την Σαμψούντα και τις άλλες πόλεις του Πόντου σταματούσαν σε λιμάνι της Πόλης κι εκεί άνθρωποι του Ερυθρού Σταυρού έπαιρναν τα ορφανά, με τη συγκατάθεση των συγγενών τους, για να τα οδηγήσουν σε διάφορα ορφανοτροφεία της Ελλάδας. Δε μου είχες πει κάτι τέτοιο.
Το μόνο που θυμόσουν ήταν ότι ένας Ελληνοαμερικανός σε ρώτησε κάποια στιγμή (ίσως στο πλοίο, στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης ), αν θέλεις να σε υιοθετήσει και να σε πάρει στην Αμερική. Κι εσύ, σοφός και μετρημένος από τότε, απάντησες: «Θα έρθω μόνο αν πάρεις και τον αδελφό μου!». Όμως αυτός ένα παιδί ήθελε, όχι δύο, κι έτσι βρέθηκες γρήγορα στο ορφανοτροφείο της Σύρου μαζί με τον αδελφό σου, τον οποίο σαν μικρότερο (μόλις πέντε χρονών) έπρεπε να φροντίζεις και να παρηγορείς. Έτσι άρχισε η φιλοξενία σας στο ορφανοτροφείο στην Ερμούπολη και ενώ δε μιλούσες ποτέ για κείνα τα χρόνια, χαμογελούσες τρυφερά όταν γινόταν κάποια αναφορά στη Σύρο.
Μάλιστα με πήρες, μαθήτρια γυμνασίου ακόμη, και με πήγες να μου δείξεις το ιστορικό κτήριο. Το περιεργάστηκες συγκινημένος γύρω-γύρω, στάθηκες σε μια πλευρά του και μου έδειξες ένα παράθυρο στον δεύτερο όροφο. «Το βλέπεις εκείνο το παράθυρο; Εκεί κοιμόμασταν». Δυστυχώς από το ορφανοτροφείο αυτό δεν έχω καμιά πληροφορία, καμιά φωτογραφία. Ξέρω μόνον ότι μετά από ένα διάστημα κάποιων ετών σας έστειλαν στη Θεσσαλονίκη, στον «Αριστοτέλη», ίσως και στο «Παπάφειο».
Όμως μπαμπά, τα πράγματα άλλαξαν. Άνθρωποι φωτισμένοι βάλθηκαν να συγκεντρώσουν στοιχεία και φωτογραφίες από τη διαμονή όλων των παιδιών που φιλοξενήθηκαν τότε στο ορφανοτροφείο της Σύρου, από το 1923 μέχρι το 1930. Θα συμπληρωθούν τα στοιχεία που λείπουν, θα μπουν οι φωτογραφίες, ίσως θα κυκλοφορήσουν σχετικά άλμπουμ, θα τονιστούν τα έργα των φιλανθρώπων που βοήθησαν τότε, αλλά πιο πολύ θα προβληθείτε εσείς, οι γενναίοι… που κρατήσατε μέσα σας τα δάκρυα της ορφάνιας και του ξεριζωμού, που σώσατε τις μνήμες και την υπερηφάνεια της γενιάς σας, που εκπαιδευτήκατε… άλλος στην τέχνη κι άλλος στα γράμματα και δουλέψατε με ζήλο, που κάνατε οικογένειες με πίστη στον Θεό και στις αξίες της ζωής και που προκόψατε και αναγνωρισθήκατε ως άξιοι και ικανοί.
Γιατί αλήθεια μπαμπά, μπορεί να μη σου το είπα ποτέ, και μετανιώνω πολύ γι αυτό, αλλά σε θαύμασα πολύ για τη δύναμη και την αξιοπρέπεια που έδειξες τα δύσκολα χρόνια της ορφάνιας και της προσφυγιάς… και είμαι πολύ περήφανη για σένα.
Η κόρη σου Δέσποινα
*Βρίσκεται στην προς τον Πόντο Καππαδοκία (Μεγάλη Καππαδοκία)
**Μακριά πανωφόρια (κάπες)
***Τάγματα εργασίας
****Αιχμάλωτοι στα τάγματα εργασίας.
Οι συγκεκριμένοι ίσως να ήταν αυτοί που σκοτώθηκαν από τους Τούρκους στην πλαγιά του Τελίκ Τας, σε μία από τις εννέα αποστολές στα τάγματα εργασίας (από την περιοχή της Σαμψούντας).

