Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που οι πολιτικές της ηγεσίες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν. Από τα σχολεία της Γαλλίας μέχρι τους δρόμους της Γερμανίας και τις αγροτικές κινητοποιήσεις, η νεολαία αντιδρά. Δεν διαμαρτύρεται για ένα και μόνο ζήτημα, αλλά για το μέλλον που της προσφέρουν.
Εκπαίδευση, εργασία, στέγαση, άμυνα και πρωτογενής τομέας συνθέτουν τα κομμάτια της δυσαρέσκειας, με κοινό παρονομαστή την αίσθηση ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες για τις επόμενες γενιές.
Στη Γαλλία, οι μαθητικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών ανέδειξαν με ένταση τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, πολυπληθή τμήματα, φθαρμένες σχολικές υποδομές και άνισες ευκαιρίες μάθησης έχουν οδηγήσει χιλιάδες νέους στους δρόμους. Στις κινητοποιήσεις εκφράζεται αλληλεγγύη και από εκπαιδευτικούς, ενώ το αίτημα δεν περιορίζεται σε καλύτερες συνθήκες μέσα στις σχολικές αίθουσες. Είναι η απαίτηση για μια εκπαίδευση που θα δίνει πραγματικές προοπτικές και όχι απλώς θα πιστοποιεί, μέσα από εξετάσεις, τις ανισότητες που ήδη υπάρχουν.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη γενικότερη υποχώρηση των μαθησιακών επιδόσεων που καταγράφεται σε διεθνείς αξιολογήσεις, όπως το πρόγραμμα PISA του ΟΟΣΑ. Η κατανόηση κειμένου, τα μαθηματικά και οι βασικές δεξιότητες αποτελούν θεμέλια για κάθε κοινωνία που θέλει να προοδεύσει. Όταν οι επιδόσεις υποχωρούν και οι ανισότητες διευρύνονται, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το σχολείο. Αφορά την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και την ικανότητα των νέων να σταθούν με αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η εκπαίδευση δεν είναι δαπάνη που πρέπει απλώς να περιοριστεί, είναι επένδυση στο μέλλον.
Στον πρωτογενή τομέα, οι αντιδράσεις έχουν διαφορετική αφετηρία, αλλά παρόμοια αγωνία. Οι νέοι αγρότες βλέπουν το κόστος παραγωγής, τις πιέσεις στις τιμές και την αβεβαιότητα για το εισόδημά τους να απειλούν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τις οικογενειακές εκμεταλλεύσεις ή να δημιουργήσουν τις δικές τους. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική, οι όροι του ανταγωνισμού και οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία με τη Mercosur, βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προβάλλουν τα οφέλη του εμπορίου, όμως οι παραγωγοί ζητούν εγγυήσεις ότι δεν θα επωμιστούν δυσανάλογο κόστος και ότι τα εισαγόμενα προϊόντα θα ανταγωνίζονται με ισοδύναμους όρους.
Η ίδια αγωνία φάνηκε και στην Ελλάδα, όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις ανέδειξαν την πίεση που δέχεται ο πρωτογενής τομέας. Οι νέοι αγρότες έχουν κάθε λόγο να αναρωτιούνται αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην ύπαιθρο, όταν η οικονομική βιωσιμότητα της παραγωγής παραμένει ζητούμενο. Χωρίς ανανέωση των γενεών, η εγκατάλειψη της γης δεν είναι μόνο αγροτικό πρόβλημα. Αφορά την επισιτιστική ασφάλεια, την περιφερειακή ανάπτυξη και τη δυνατότητα της χώρας να παράγει.
Στη Γερμανία, χιλιάδες μαθητές και νέοι διαδήλωσαν ενάντια στην πιθανή επαναφορά της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει τις δυνατότητες των ενόπλων δυνάμεων σε ένα επιβαρυμένο περιβάλλον ασφάλειας. Οι νέοι, ωστόσο, εκφράζουν την αντίθεσή τους στην προοπτική να κληθούν σε στρατιωτική υπηρεσία και αμφισβητούν το τίμημα που μπορεί να έχει αυτή η πολιτική για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η σύγκρουση αυτή αποκαλύπτει ένα δύσκολο ερώτημα: πώς συμβιβάζονται οι ανάγκες ασφάλειας ενός κράτους με τις προσδοκίες μιας γενιάς που θέλει να αποφασίζει η ίδια για το μέλλον της;
Την ίδια ώρα, η στεγαστική κρίση και η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας κάνουν ακόμη δυσκολότερη την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Όταν η πρόσβαση σε ένα αξιοπρεπές σπίτι γίνεται οικονομικά απρόσιτη και η σταθερή εργασία μοιάζει μακρινός στόχος, η δυσαρέσκεια δεν μένει στην ιδιωτική ζωή. Μετατρέπεται σε κοινωνική και πολιτική αντίδραση.
Το πρόβλημα των ευρωπαϊκών ηγεσιών είναι ότι συχνά αντιμετωπίζουν κάθε κινητοποίηση ξεχωριστά, σαν να πρόκειται για απομονωμένα περιστατικά. Όμως η κοινή εικόνα είναι σαφής: μια γενιά ζητά να έχει λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν την εκπαίδευση, την εργασία, τη στέγαση, την αγροτική παραγωγή και την ασφάλειά της. Και όταν δεν βρίσκει απαντήσεις στους θεσμούς, βγαίνει στους δρόμους.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για δημογραφική αναγέννηση, ανταγωνιστικότητα και στρατηγική αυτονομία, την ίδια στιγμή που οι νέοι δυσκολεύονται να σπουδάσουν, να εργαστούν, να στεγαστούν και να σχεδιάσουν τη ζωή τους. Η νεολαία δεν είναι ένα επικοινωνιακό ακροατήριο ούτε μια γενιά που πρέπει να περιμένει υπομονετικά τη σειρά της. Είναι το αύριο της Ευρώπης, και το αύριο δεν οικοδομείται με αποφάσεις ερήμην του.
Όταν οι νέοι εξεγείρονται, το ερώτημα δεν είναι απλώς ποιος βρίσκεται πίσω από τις διαμαρτυρίες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι δεν λειτουργεί, ποιες ανάγκες αγνοήθηκαν και γιατί οι θεσμοί άφησαν την απόσταση ανάμεσα στις αποφάσεις τους και στην καθημερινότητα των πολιτών να μεγαλώσει τόσο. Αν οι ηγεσίες συνεχίσουν να βλέπουν μόνο την επιφάνεια, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με τις συνέπειες των δικών τους επιλογών. Γιατί μια γενιά που αισθάνεται ότι δεν έχει μέλλον, αργά ή γρήγορα θα απαιτήσει να αλλάξει το παρόν.
Οι πολιτικές ηγεσίες εξακολουθούν, σε πολλές περιπτώσεις, να λαμβάνουν αποφάσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα πολιτικό ακροατήριο άλλων εποχών, με διαφορετικές προσλαμβάνουσες, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετική σχέση με την πολιτική. Όμως αυτό το ακροατήριο έχει αλλάξει και είναι η σημερινή νεολαία. Οι νέοι εμφανίζονται όλο και πιο αποστασιοποιημένοι από τις παραδοσιακές πολιτικές πρακτικές και τις καθιερωμένες ρητορικές, τις οποίες δεν αποδέχονται πλέον αβασάνιστα, όπως ενδεχομένως συνέβαινε σε προηγούμενες δεκαετίες. Διαθέτουν πρόσβαση στην πληροφορία, συγκρίνουν, αμφισβητούν και διαμορφώνουν τη δική τους κρίση, χωρίς να θεωρούν δεδομένο ότι οι πολιτικές υποσχέσεις ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Όταν, λοιπόν, οι ηγεσίες δεν αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν τους νέους ως ένα παθητικό ακροατήριο, που θα αποδεχθεί τις αποφάσεις τους χωρίς ουσιαστική αντίδραση, τότε το χάσμα μεγαλώνει. Η περιθωριοποίηση των αναγκών και των προσδοκιών τους δεν οδηγεί αναγκαστικά στην αδιαφορία, αλλά μπορεί να μετατραπεί σε δυναμική αμφισβήτηση και μαζική κινητοποίηση. Η σημερινή νεολαία δεν ζητά απλώς να ακουστεί, απαιτεί να ληφθεί υπόψη. Και όταν διαπιστώνει ότι οι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον της λαμβάνονται ερήμην της, επιλέγει να διεκδικήσει τη θέση της στην κοινωνία και να στείλει το δικό της πολιτικό μήνυμα, όχι μόνο μέσα από την κάλπη, αλλά και μέσα από τους δρόμους.

