Δύο χρόνια πίσω μετατίθεται η έναρξη λειτουργίας της νέας μονάδας άμεσης αναγωγής σιδήρου (DRI), από το 2027 στο 2029. Τεχνικές καθυστερήσεις, υψηλό κόστος και έλλειψη οικονομικά προσιτού πράσινου υδρογόνου αναδεικνύουν τις δυσκολίες της ενεργειακής μετάβασης στη γερμανική βαριά βιομηχανία.
Σημαντική καθυστέρηση καταγράφεται σε ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά εγχειρήματα ενεργειακού μετασχηματισμού στη Γερμανία, καθώς η Thyssenkrupp Steel μεταθέτει για το 2029 την έναρξη λειτουργίας της νέας μονάδας παραγωγής πράσινου χάλυβα στο Ντούισμπουργκ, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ότι η εγκατάσταση θα ξεκινούσε την παραγωγή το 2027.
Η διετής αναβολή αποδίδεται κυρίως στις καθυστερήσεις που προέκυψαν κατά τη φάση του τεχνικού σχεδιασμού του έργου, αλλά και στη δυσκολία εξασφάλισης επαρκών ποσοτήτων πράσινου υδρογόνου σε ανταγωνιστικές τιμές.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της εταιρείας και τις σχετικές αναφορές στον γερμανικό Τύπο, η πολυπλοκότητα του εγχειρήματος απαιτεί περισσότερο χρόνο για την ολοκλήρωση του λεπτομερούς τεχνικού σχεδιασμού. Η SMS Group, που έχει αναλάβει τον ρόλο του γενικού αναδόχου, επισημαίνει ότι οι προσαρμογές στο αντικείμενο και στη διαδικασία εκτέλεσης είναι συνηθισμένες σε έργα τέτοιου μεγέθους και τεχνολογικής δυσκολίας.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε προσαρμογή της σχετικής απόφασης χρηματοδότησης, λαμβάνοντας υπόψη τις καθυστερήσεις στην κατασκευή και τον καινοτόμο χαρακτήρα της τεχνολογίας.
Το μεγάλο πρόβλημα του πράσινου υδρογόνου
Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια παραμένει η περιορισμένη διαθεσιμότητα πράσινου υδρογόνου. Η παραγωγή του, οι υποδομές μεταφοράς και οι δυνατότητες εισαγωγής του δεν έχουν αναπτυχθεί με τον ρυθμό που αρχικά προβλεπόταν.
Η Thyssenkrupp Steel επιδιώκει να προσαρμόσει την πορεία λειτουργίας της εγκατάστασης στις πραγματικές δυνατότητες της αγοράς, καθώς το πράσινο υδρογόνο δεν είναι ακόμη διαθέσιμο στις απαιτούμενες ποσότητες και σε τιμές που να επιτρέπουν ανταγωνιστική βιομηχανική παραγωγή. Το συγκεκριμένο ζήτημα αναδεικνύει μια ευρύτερη αντίφαση της γερμανικής ενεργειακής πολιτικής. Η μετάβαση σε παραγωγή χαμηλών εκπομπών άνθρακα προϋποθέτει όχι μόνο επενδύσεις σε νέες εγκαταστάσεις, αλλά και επαρκή ενεργειακή τροφοδοσία με ανταγωνιστικό κόστος.
Επένδυση τριών δισεκατομμυρίων ευρώ
Το συνολικό κόστος του έργου υπολογίζεται σε περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και το κρατίδιο της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας έχουν προβλέψει επιδοτήσεις που φτάνουν έως τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η μετάθεση του χρονοδιαγράμματος δεν συνεπάγεται αύξηση του κατασκευαστικού κόστους. Οι εργασίες στο εργοτάξιο συνεχίζονται κανονικά, με την κατασκευή του πύργου της μονάδας άμεσης αναγωγής και την ανάπτυξη των θεμελιώσεων για τις εγκαταστάσεις τήξης.
Ωστόσο, η καθυστέρηση έχει και συμβολική διάσταση για τη γερμανική βιομηχανία. Η Thyssenkrupp χάνει την προοπτική να είναι η πρώτη μεγάλη γερμανική χαλυβουργία που θα περάσει στη συγκεκριμένη μορφή παραγωγής, καθώς η Salzgitter AG αναμένεται πλέον να προηγηθεί.
Η δοκιμασία της γερμανικής βιομηχανικής μετάβασης
Η εξέλιξη στο Ντούισμπουργκ αποτελεί ακόμη μία ένδειξη των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η γερμανική βαριά βιομηχανία. Η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιες επενδύσεις, νέες τεχνολογίες και κυρίως σταθερή πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή ενέργεια. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο γρήγορα μπορούν να κατασκευαστούν οι νέες εγκαταστάσεις, αλλά εάν θα υπάρχουν οι απαραίτητες ενεργειακές υποδομές και οι ανταγωνιστικές τιμές για να λειτουργήσουν. Για τη Γερμανία, η πρόκληση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη, καθώς η διατήρηση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας συνδέεται άμεσα με την ικανότητά της να συνδυάσει την περιβαλλοντική προστασία με την οικονομική βιωσιμότητα και τη διασφάλιση θέσεων εργασίας.

