Στην καρδιά της Κοκκινιάς, ανάμεσα στις φωνές των προσφύγων, τα μυρωδικά της λαχαναγοράς και τα βάσανα της φτώχειας, ήρθε στον κόσμο το 1940 ένα παιδί που έμελλε να γίνει σύμβολο.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος, το εικοστό παιδί μιας οικογένειας Μικρασιατών, γεννήθηκε ως η απάντηση του πατέρα του στον χρόνο που αψηφά το πεπρωμένο: “Ένα αγόρι να μου δώσει ο Θεός”, έλεγε και το απέκτησε.
Ο μικρός Τόλης μεγάλωσε ανάμεσα στα καφάσια, στα καρότσια και στα ξυπνήματα της αυγής, βοηθώντας τον πατέρα του στο μανάβικο, το οποίο με υπερηφάνεια ονομάστηκε «Χαράλαμπος Ι. Βοσκόπουλος & Υιός». Μα η ψυχή του, αντί για τιμές στο ζύγι, ζύγιζε όνειρα και μελωδίες. Δεν άντεξε. Κάπου στα 15 του χρόνια, τόλμησε να αρθρώσει το αδιανόητο: “Θέλω να γίνω θεατρίνος”.
Και τότε έγινε το θαύμα. Ο σμυρνιός πατέρας, αντί να καταδικάσει, άνοιξε δρόμο. Τον πήρε απ’ το χέρι και τον πήγε στο Εθνικό Ωδείο, στο θεατρικό τμήμα. Ήταν η πρώτη φορά που ο Τόλης έβγαινε απ’ την Κοκκινιά και έμπαινε στην Αθήνα, μα και στην τέχνη. Κι από εκείνη τη μέρα, δεν ξανακοίταξε πίσω.
Πρωτοανέβηκε στο σανίδι το 1958, και πέντε χρόνια αργότερα φώτισε τη μεγάλη οθόνη. Μα ήταν η φωνή του, βαθιά, αισθαντική, πλημμυρισμένη πάθος και ρωμιοσύνη, που έγραψε την πιο ανεξίτηλη ιστορία. Το 1968, με την «Αγωνία» του Γιώργου Ζαμπέτα, έσπασε ταμεία και καρδιές. Πούλησε πάνω από 300.000 αντίτυπα, νούμερο μυθικό για την εποχή. Κι από τότε, κάθε τραγούδι του έμοιαζε με χτύπο καρδιάς: «Οι άντρες δε μιλούν πολύ», «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι», «Άιντε στην υγειά της», ύμνοι ενός λαϊκού ρομαντισμού που έγινε φλόγα σε στόματα και ψυχές.
Στην πίστα ήταν άλλος άνθρωπος. Χαμογελαστός, θεατρικός, καθηλωτικός. Το κοινό τον λάτρευε με έναν τρόπο που ξεπερνούσε τη μουσική. Για πάνω από τρεις δεκαετίες, δεν υπήρξε βραδιά που να μην είναι sold-out. Οι θαυμαστές έκλειναν τραπέζια μήνες πριν, κυκλώνοντας τα μαγαζιά με ουρές, φωνές, λουλούδια και προσδοκία.
Ο Βοσκόπουλος δεν ήταν μόνο τραγουδιστής. Ήταν ερμηνευτής, συνθέτης, ηθοποιός, αφηγητής του έρωτα και του λαού. Πλάι του έλαμψαν τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, ενώ τραγούδια του ερμήνευσαν φωνές όπως η Δούκισσα, η Μαρινέλλα, ο Στράτος Διονυσίου και ο Αντώνης Ρέμος.
Κι όταν γύρισε στον Πειραιά, στον τόπο που τον γέννησε, σε εκείνη τη μαγική συναυλία στο Βεάκειο το 2013, το πλήθος στάθηκε όρθιο. Ο Πειραιάς υποκλινόταν στο παιδί του, κι εκείνος δάκρυζε. «Τον τόπο που γεννιέσαι τον κουβαλάς πάντα μέσα σου» είπε, και το πίστευε.
Στη ζωή του έζησε έρωτες, πάθη, θριάμβους. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, και βρήκε το μεγάλο του λιμάνι στην Άντζελα Γκερέκου, με την οποία απέκτησε την πολυαγαπημένη του κόρη, Μαρία.
Μα πάνω απ’ όλα, ήταν ο καλλιτέχνης που όταν έβγαινε στη σκηνή, έμοιαζε σαν να άνοιγε η αυλαία μιας ολόκληρης εποχής. Ο πρίγκιπας του ελληνικού τραγουδιού, ο «ανεπανάληπτος», όπως εύστοχα τραγούδησε.
Και σήμερα, όταν ακούμε τη φωνή του, είναι σαν να φωτίζεται ξανά το παλιό μας ραδιόφωνο, σαν να ανασαίνουν οι αναμνήσεις μας. Γιατί ο Τόλης δεν τραγούδησε απλώς. Μας χάρισε ζωή μελωδική.

