Γράφει ο Μουρτζούκος Χρήστος
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, ότι Ελλάδα και Τουρκία πρέπει «να αφήσουν στην άκρη τις έριδες των τελευταίων ετών» και να αναζητήσουν λύση για ειρήνη στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, προκάλεσαν εύλογο προβληματισμό στο εσωτερικό της χώρας.
Ο λόγος είναι απλός, στην αμερικανική αφήγηση, οι δεκαετίες επιθετικότητας της Τουρκίας εξισώνονται συχνά με διμερείς «διαφορές», λες και πρόκειται για ισοβαρείς διεκδικήσεις. Η ανάγνωση αυτή όμως αγνοεί ιστορικά και νομικά δεδομένα βαρύνουσας σημασίας.
- Δεν μπορούν να θεωρηθούν «έριδες» τα Σεπτεμβριανά του 1955
- Ούτε η στοχευμένη υπερφορολόγηση των Ελλήνων της Πόλης το 1962
- Δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως «διαφορά» η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή της Κύπρου από το 1974 μέχρι σήμερα
- Ούτε φυσικά μπορούν να εξισωθούν με αμοιβαίες «εντάσεις» οι σταθερές απειλές της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και το casus belli που διατηρεί σε ισχύ από το 1995
Αυτά είναι στοιχεία ιστορικής πραγματικότητας, όχι μεμονωμένες τριβές.
Παρά ταύτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να βλέπουν την Ελλάδα και την Τουρκία ως έναν ενιαίο χώρο στρατηγικής εποπτείας. Αυτή η οπτική δεν είναι νέα. Εδράζεται στην αμερικανική γεωπολιτική παράδοση από το Δόγμα Τρούμαν και μετά. Η ιστορική τοποθέτηση του Χάρι Τρούμαν στις 12 Μαρτίου 1947, όταν απευθύνθηκε στο Κογκρέσο ζητώντας άμεση βοήθεια για Ελλάδα και Τουρκία, αποτελεί θεμέλιο λίθο αυτής της στρατηγικής, οι δύο χώρες αντιμετωπίζονταν ως ενιαίο, κρίσιμο γεωπολιτικό τόξο απέναντι στη σοβιετική πίεση. Η Ελλάδα, ρημαγμένη από κατοχή και εμφύλιο, χρειαζόταν επείγουσα στήριξη. Η Τουρκία, αν και αλώβητη από πόλεμο, βρισκόταν αντιμέτωπη με απειλές στα Στενά. Στο αμερικανικό στρατηγικό δόγμα, οι δύο χώρες προσέφεραν αλληλοσυμπληρούμενα πλεονεκτήματα στο νότιο μέτωπο της Δύσης.
Η ένταξή τους στο ΝΑΤΟ το 1952 απλώς θεσμοθέτησε αυτό που η Ουάσιγκτον αντιλαμβανόταν ήδη, Ελλάδα και Τουρκία πρέπει να κρατηθούν στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο, ανεξάρτητα από το ποιος έχει δίκιο ή άδικο στις μεταξύ τους διαφορές.
Σήμερα, με τον Ντόναλντ Τραμπ να επαναφέρει μια ωμή, συναλλακτική προσέγγιση στις διεθνείς σχέσεις, η αμερικανική θέση είναι ακόμη πιο απλή, καμία εστία έντασης δεν πρέπει να διαταράξει τα αμερικανικά συμφέροντα. Συνθήκες όπως αυτή στον διάδρομο Ζανγκεζούρ, όπου οι ΗΠΑ εξασφάλισαν ρόλο εγγυήτριας δύναμης για έναν αιώνα, αποτελούν ενδεικτικό παράδειγμα της νέας αμερικανικής μεθόδου διαχείρισης κρίσεων, συμφωνίες που επιβάλλονται, όχι που διαπραγματεύονται (αυτό πιστεύει και ο γράφων για τις συμφωνίες με τους αμερικανικούς κολοσσούς, νότια της Κρήτης και στο Ιόνιο).
Δεν είναι τυχαίο ότι συζητούνται σενάρια περί αμερικανικών «μικροβάσεων» σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ως μηχανισμός αποτροπής, αλλά και ως τρόπος να νιώθουν «ασφαλείς» και οι δύο πλευρές. Η λογική αυτή μετατρέπει ένα ελληνικό κυριαρχικό περιβάλλον σε χώρο «διμερούς επιτήρησης», κάτι που απαιτεί εξαιρετική προσοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι κρίσιμο η Ελλάδα να αντιμετωπίσει με ψυχραιμία αλλά και αυτοπεποίθηση τις αμερικανικές πιέσεις. Τα προβλήματα με την Τουρκία δεν είναι πολυδιάστατα ούτε περίπλοκα, είναι συγκεκριμένα και αφορούν πρωτίστως την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, διαδικασία που ανήκει στην ελληνική σφαίρα δικαιώματος βάσει διεθνούς δικαίου. Όλες οι υπόλοιπες τουρκικές αξιώσεις είναι πέραν κάθε νομικής βάσης και δεν χρήζουν διαπραγμάτευσης. Αυτό πρέπει να γίνει σαφές και στην Ουάσιγκτον.
Οι ΗΠΑ βλέπουν τη μεγάλη εικόνα, αλλά η Ελλάδα οφείλει να υπενθυμίζει ότι δεν αποτελεί «υποσύνολο» της Τουρκίας ούτε μέρος ενός ενιαίου γεωπολιτικού χώρου. Είναι κυρίαρχο κράτος, με κυριαρχικά δικαιώματα που δεν μπορούν να υπονομευθούν από επιδιαιτησίες τρίτων ή ανάγκες περιφερειακής σταθερότητας.
Η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην εξίσωση επιτιθέμενου και αμυνόμενου. Οφείλει να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο. Και εκεί η Ελλάδα έχει στέρεη βάση, αρκεί να την υπερασπιστεί με συνέπεια, στρατηγική και χωρίς φοβικά σύνδρομα.
Ακολουθήστε μας και στο Google news
