Γράφει ο Παναγιώτης Τζαννετάτος
«Η Ευρώπη σε αναζήτηση ενός νέου Μέτερνιχ: Για μια νέα ισορροπία δυνάμεων και μια ευρωπαϊκή στρατηγική αναγέννηση»
Ανάμεσα στην ελευθερία, τη δημοκρατία και τις πολιτισμικές μας ρίζες
Η Ευρώπη σήμερα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι αξίες που κάποτε αποτέλεσαν το θεμέλιο της πνευματικής και πολιτικής της αναγέννησης, η ελευθερία, η δημοκρατία, η ισότητα και ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, φαίνεται να δοκιμάζονται. Η ελευθερία, που κατακτήθηκε μέσα από αγώνες, θυσίες και επαναστάσεις, κινδυνεύει σε ορισμένες περιπτώσεις να χάσει το πραγματικό της νόημα και να μετατραπεί από δικαίωμα σε ασυδοσία. Και τότε γεννάται ένα ουσιαστικό ερώτημα: μήπως, στην προσπάθειά μας να απελευθερωθούμε από κάθε περιορισμό, ξεχάσαμε ότι η αληθινή ελευθερία προϋποθέτει ευθύνη, μέτρο και σεβασμό προς τον άλλον;
Η δημοκρατία δεν γεννήθηκε για να καταργήσει κάθε όριο, ούτε για να επιτρέψει στον καθένα να ενεργεί αποκλειστικά σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Γεννήθηκε για να προστατεύσει τον άνθρωπο από την αυθαιρεσία της εξουσίας, να κατοχυρώσει την ισονομία και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια κοινωνία ελεύθερων, αλλά ταυτόχρονα υπεύθυνων πολιτών. Όταν, όμως, τα δικαιώματα αποσυνδέονται από τις υποχρεώσεις, όταν η ατομική επιθυμία τοποθετείται πάνω από το κοινό καλό και όταν η ανοχή συγχέεται με την απουσία κάθε αξιακού μέτρου, τότε η δημοκρατία κινδυνεύει να υπονομεύσει η ίδια τα θεμέλιά της.
Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός διαμορφώθηκε μέσα από μια μακραίωνη διαδρομή ιδεών και συγκρούσεων. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, το ρωμαϊκό δίκαιο, ο χριστιανισμός, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός συνέβαλαν, με διαφορετικούς τρόπους, στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας. Ο Διαφωτισμός, ειδικότερα, έθεσε στο επίκεντρο τον ορθό λόγο, την ατομική ελευθερία και την αμφισβήτηση της αυθαίρετης εξουσίας. Οι μεγάλες επαναστάσεις, με κορυφαίο παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση, μετέτρεψαν αυτές τις ιδέες σε πολιτικά αιτήματα, ανοίγοντας τον δρόμο για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και τη συγκρότηση σύγχρονων δημοκρατικών πολιτευμάτων.
Μέσα σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον γεννήθηκε και η νεότερη Ελλάδα. Η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μόνο ένας αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία. Ήταν και μια προσπάθεια των Ελλήνων να επανασυνδεθούν με την ιστορική τους κληρονομιά και να ενταχθούν στον κόσμο των σύγχρονων ευρωπαϊκών ιδεών. Η Γαλλική Επανάσταση, ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός και το κίνημα του φιλελληνισμού άσκησαν σημαντική επιρροή στους αγωνιστές και στους διανοουμένους της εποχής. Η Ελλάδα αναζητούσε τη θέση της σε μια Ευρώπη που άλλαζε, πιστεύοντας ότι η ελευθερία και η πολιτική αναγέννηση θα της επέτρεπαν να ανακτήσει τη θέση που της αναλογούσε στην ιστορία.
Ωστόσο, εδώ αναδύεται μια βαθύτερη αντίφαση.
Για τέσσερις αιώνες, μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού έζησε μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, διαμορφώνοντας κοινωνικές συνήθειες, θεσμούς και τρόπους αντίληψης της εξουσίας υπό διαφορετικές ιστορικές συνθήκες από εκείνες της δυτικής Ευρώπης. Η οθωμανική περίοδος δεν υπήρξε μια περίοδος πολιτισμικής ακινησίας, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι διαμόρφωσε ομοιόμορφα όλους τους Έλληνες. Ωστόσο, η μακρά αυτή συμβίωση άφησε το αποτύπωμά της σε πτυχές της κοινωνικής οργάνωσης, της καθημερινής ζωής και της πολιτικής νοοτροπίας.
Η Ελλάδα, επομένως, δεν ξεκίνησε την πορεία της προς τη νεωτερικότητα από ένα ιστορικό μηδέν. Κουβαλούσε μέσα της διαφορετικές παραδόσεις: την αρχαία ελληνική κληρονομιά, τη βυζαντινή πνευματικότητα, την ορθόδοξη θρησκευτική παράδοση, τις εμπειρίες της οθωμανικής περιόδου και, ταυτόχρονα, την επιθυμία να υιοθετήσει τους θεσμούς και τις ιδέες της σύγχρονης Ευρώπης.
Ίσως, λοιπόν, το λάθος μας να μην ήταν ότι στραφήκαμε προς τη Δύση, αλλά ότι κάποιες φορές πιστέψαμε πως αρκούσε να υιοθετήσουμε τους θεσμούς της, χωρίς να αλλάξουμε παράλληλα τις βαθύτερες αντιλήψεις μας για την κοινωνία, την εξουσία και τη συλλογική ευθύνη.
Υιοθετήσαμε συντάγματα, κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ευρωπαϊκά πρότυπα διακυβέρνησης. Δεν κατορθώσαμε, όμως, πάντοτε να απαλλαγούμε από παθογένειες όπως ο πελατειασμός, η οικογενειοκρατία, η καχυποψία απέναντι στους θεσμούς, η επιλεκτική εφαρμογή των νόμων και η αντίληψη ότι το προσωπικό συμφέρον μπορεί να υπερισχύει του συλλογικού. Έτσι, δημιουργήθηκε πολλές φορές ένα παράδοξο: να επιθυμούμε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, αλλά να διατηρούμε συμπεριφορές που δυσκολεύουν τη λειτουργία του.
Αυτό, βέβαια, δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η Ευρώπη συνολικά βρίσκεται αντιμέτωπη με τις αντιφάσεις της. Η ατομικότητα συχνά απομακρύνεται από την κοινωνική αλληλεγγύη, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε σύγκρουση χωρίς διάλογο και η οικονομική ευημερία δεν συνοδεύεται πάντοτε από ανάλογη πνευματική και ηθική καλλιέργεια. Οι κοινωνίες αποκτούν περισσότερα μέσα επικοινωνίας, αλλά όχι αναγκαστικά περισσότερη ουσιαστική επικοινωνία. Διαθέτουν περισσότερη πληροφορία, αλλά όχι πάντοτε μεγαλύτερη γνώση. Μιλούν διαρκώς για δικαιώματα, ενώ συχνά παραμελούν τις ευθύνες που καθιστούν δυνατή την αρμονική συνύπαρξη.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ευρώπη μοιάζει να αναζητά ξανά τον εαυτό της. Δεν αρκεί να διακηρύσσει τις αξίες της· χρειάζεται να τις εφαρμόζει. Δεν αρκεί να προστατεύει την ελευθερία· χρειάζεται να καλλιεργεί τους πολίτες που μπορούν να τη χρησιμοποιούν δημιουργικά. Δεν αρκεί να θεσπίζει νόμους· χρειάζεται να εμπνέει εμπιστοσύνη στους θεσμούς και να διασφαλίζει ότι οι νόμοι ισχύουν για όλους.
Και εδώ επιστρέφουμε στην Ελλάδα, σε μια χώρα που βρίσκεται γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά στο σημείο συνάντησης δύο μεγάλων κόσμων.
Οι ρίζες μας απλώνονται προς την Ανατολή και τα κλαδιά μας στρέφονται προς τη Δύση.
Αυτή η εικόνα δεν περιγράφει μια αδυναμία, αλλά μια ιδιαιτερότητα που θα μπορούσε να αποτελέσει πλεονέκτημα. Οι ρίζες μας συνδέονται με το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, τη μακραίωνη εμπειρία της Ανατολικής Μεσογείου και έναν πολιτισμό που έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην κοινότητα, στην οικογένεια και στη συνέχεια της παράδοσης. Τα κλαδιά μας, από την άλλη πλευρά, αναζητούν το φως της ευρωπαϊκής θεσμικής οργάνωσης, της επιστημονικής προόδου, της δημοκρατικής λογοδοσίας και της κατοχύρωσης των ατομικών δικαιωμάτων.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να κόψουμε τις ρίζες μας για να μοιάσουμε στη Δύση. Ούτε να αρνηθούμε τη Δύση για να παραμείνουμε πιστοί στην Ανατολή. Το ζητούμενο είναι να γνωρίσουμε σε βάθος και τις δύο πλευρές της ταυτότητάς μας, να διακρίνουμε όσα αξίζει να διαφυλάξουμε και όσα οφείλουμε να υπερβούμε.
Γιατί η παράδοση δεν είναι από μόνη της αρετή, όπως και η πρόοδος δεν είναι από μόνη της εγγύηση πολιτισμού. Κάθε παράδοση χρειάζεται κριτική εξέταση και κάθε πρόοδος χρειάζεται ηθικό προσανατολισμό. Η προσήλωση στην κοινότητα δεν πρέπει να γίνεται άλλοθι για τον περιορισμό της ατομικής ελευθερίας, όπως και η ατομική ελευθερία δεν πρέπει να οδηγεί στην περιφρόνηση της κοινωνικής ευθύνης.
Η αληθινή σύνθεση Ανατολής και Δύσης θα μπορούσε να βρίσκεται ακριβώς εδώ: στην ένωση της πνευματικότητας με τον ορθό λόγο, της συλλογικότητας με την προσωπική αυτονομία, της παράδοσης με τη δημιουργική ανανέωση και της ελευθερίας με το αίσθημα του καθήκοντος.
Αυτό, όμως, προϋποθέτει παιδεία. Όχι απλώς εκπαίδευση για την απόκτηση γνώσεων και επαγγελματικών προσόντων, αλλά παιδεία που διαμορφώνει χαρακτήρα, καλλιεργεί την κρίση, ενισχύει τον σεβασμό προς τον συνάνθρωπο και διδάσκει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο ένα πολιτικό σύστημα, αλλά και ένας τρόπος καθημερινής συμπεριφοράς. Η δημοκρατία αρχίζει από τον τρόπο που μιλάμε, από το πώς διαφωνούμε, από το αν αποδεχόμαστε την ισονομία ακόμη και όταν δεν μας συμφέρει, από το αν σεβόμαστε τον δημόσιο χώρο και από το αν αναλαμβάνουμε τις συνέπειες των πράξεών μας.
Ίσως, τελικά, η σημερινή ευρωπαϊκή κρίση να μην είναι μόνο οικονομική, πολιτική ή γεωπολιτική. Να είναι και μια κρίση ταυτότητας και νοήματος. Μια δυσκολία να απαντήσουμε στο θεμελιώδες ερώτημα: τι είδους άνθρωπο και τι είδους κοινωνία θέλουμε να οικοδομήσουμε;
Αν η Ευρώπη περιοριστεί στην αγορά, στην κατανάλωση, στην τεχνολογία και στη διαχείριση συμφερόντων, κινδυνεύει να χάσει το βαθύτερο περιεχόμενό της. Αν, αντίθετα, ξαναβρεί τη σύνδεση ανάμεσα στην ελευθερία, στην ευθύνη, στην αλληλεγγύη και στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια, μπορεί να ανανεώσει το όραμά της και να προσφέρει ξανά ένα ουσιαστικό παράδειγμα πολιτισμού.
Και η Ελλάδα έχει έναν ιδιαίτερο λόγο να συμμετάσχει σε αυτή την προσπάθεια. Όχι επειδή δικαιούται να ζει μόνο με τη δόξα του παρελθόντος της, αλλά επειδή διαθέτει μια ιστορική εμπειρία που μπορεί να μετατραπεί σε δημιουργική δύναμη. Η κληρονομιά της δεν αποτελεί τίτλο υπεροχής· αποτελεί ευθύνη. Μας καλεί να αποδείξουμε ότι μπορούμε να συνδέσουμε τη γνώση με τη σοφία, την ελευθερία με το μέτρο και την ατομική φιλοδοξία με το κοινό καλό.
Ίσως, λοιπόν, το μέλλον μας να μην εξαρτάται από το αν θα επιλέξουμε την Ανατολή ή τη Δύση, αλλά από το αν θα καταφέρουμε να σταθούμε με αυτογνωσία ανάμεσά τους.
Γιατί ένα δέντρο δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ρίζες, αλλά ούτε μπορεί να εκπληρώσει τον προορισμό του αν αρνηθεί να απλώσει τα κλαδιά του προς τον ουρανό.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό δίδαγμα της κρίσης μας: να μη θυσιάσουμε τις ρίζες μας για να αποκτήσουμε κλαδιά, ούτε να περιορίσουμε τα κλαδιά μας από φόβο μήπως χάσουμε τις ρίζες μας. Να μάθουμε, επιτέλους, να μεγαλώνουμε χωρίς να ξεχνάμε ποιοι είμαστε.

