Το φιλόδοξο γαλλογερμανικό πρόγραμμα για το μαχητικό αεροσκάφος επόμενης γενιάς κατέρρευσε, αλλά ο πυρήνας του ευρωπαϊκού αμυντικού σχεδίου παραμένει ζωντανός.
Η είδηση της ακύρωσης του Next Generation Fighter (NGF) προκάλεσε κλυδωνισμούς στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία, ωστόσο το ευρύτερο Σύστημα Μελλοντικής Αερομαχίας (FCAS) συνεχίζει να αναπτύσσεται, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται από τα επανδρωμένα αεροσκάφη στο λεγόμενο «Combat Cloud» και τα μη επανδρωμένα συστήματα.
Γιατί το NGF έμεινε στα χαρτιά
Η αποτυχία του κοινού μαχητικού δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Από την πρώτη στιγμή, οι θεμελιώδεις διαφορές στις επιχειρησιακές ανάγκες Γαλλίας και Γερμανίας δημιούργησαν ένα σχεδόν απροσπέλαστο εμπόδιο. Το Παρίσι, διαθέτοντας το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle, απαιτούσε ένα αεροσκάφος ικανό να επιχειρεί από τη θάλασσα, με ενισχυμένο σύστημα προσγείωσης και σκελετό ανθεκτικό στις απότομες προσκρούσεις. Το Βερολίνο, χωρίς αεροπλανοφόρο, χρειαζόταν μεγαλύτερη ακτίνα δράσης και αυξημένη χωρητικότητα καυσίμου για αποστολές από ηπειρωτικές βάσεις. Σε αυτό προστέθηκε η γαλλική απαίτηση το NGF να μπορεί να φέρει πυρηνικά όπλα, μια δυνατότητα που η Γερμανία δεν χρειαζόταν, καθώς έχει ήδη παραγγείλει τα αμερικανικά F-35 για τον ρόλο αυτόν. Η δημιουργία δύο διαφορετικών εκδόσεων θα εκτίνασσε το κόστος και θα επιβράδυνε δραματικά το χρονοδιάγραμμα.
Το τελειωτικό χτύπημα, ωστόσο, ήρθε από τις αντιπαραθέσεις σε εταιρικό επίπεδο. Ο επικεφαλής της Dassault, Éric Trappier, εμφανίστηκε αμετακίνητος στη διαπραγματευτική του γραμμή, διεκδικώντας εκτεταμένη αυτονομία στην κατασκευή και την εμπορική εκμετάλλευση του αεροσκάφους. Από την πλευρά της Airbus Defence and Space, η προσέγγιση αυτή ερμηνεύτηκε ως άρνηση ουσιαστικής συνεργασίας. Παρά τις προσωπικές παρεμβάσεις του Γάλλου Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν και του Γερμανού Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο Τραπιέ δεν υπαναχώρησε. Όπως σημειώνουν αναλυτές, ο επικεφαλής της γαλλικής εταιρείας «τορπίλισε» προσωπικά το πρόγραμμα, οδηγώντας σε μια ακύρωση που ανακοινώθηκε με εμφανή τη γερμανική δυσαρέσκεια.
Το Combat Cloud συνεχίζεται
Παρά το ναυάγιο του μαχητικού, το όραμα του FCAS δεν εγκαταλείπεται. Το κρίσιμο στοιχείο του προγράμματος, το λεγόμενο Combat Cloud, παραμένει σε τροχιά ανάπτυξης. Πρόκειται για ένα προηγμένο δίκτυο διεπαφών που θα επιτρέπει σε επανδρωμένα και μη επανδρωμένα μέσα, αισθητήρες και οπλικά συστήματα να ανταλλάσσουν δεδομένα σε πραγματικό χρόνο. Αυτή η αρχιτεκτονική πληροφοριών θεωρείται το πραγματικό στοίχημα για τον έλεγχο των μελλοντικών πεδίων μάχης, ανεξάρτητα από το αν ο χειριστής βρίσκεται στο πιλοτήριο ή σε επίγειο σταθμό.
Είναι τελικά το μαχητικό αεροσκάφος ξεπερασμένο;
Η ακύρωση του NGF ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τη σκοπιμότητα ενός τόσο γιγαντιαίου προγράμματος, με κόστος ανάπτυξης που αγγίζει τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ και ορίζοντα υλοποίησης το 2040. Ορισμένοι ειδικοί αμφισβητούν ευθέως τη λογική της επένδυσης σε έναν μικρό αριθμό υπερσύγχρονων, χειροποίητων μαχητικών, την ώρα που η τεχνητή νοημοσύνη και η μαζική παραγωγή φθηνών drones αλλάζουν ριζικά την αερομαχία. Η δυνατότητα ανάπτυξης ευέλικτων μη επανδρωμένων συστημάτων μέσα σε μήνες αντί για δεκαετίες προσφέρει μια δελεαστική εναλλακτική, όπου η ποσότητα και η ταχύτητα μπορούν να αντισταθμίσουν την ποιοτική υπεροχή ενός αντιπάλου.
Η κατάρρευση της γαλλογερμανικής συμφωνίας για το μαχητικό μπορεί έτσι να αποδειχθεί μια αναγκαία ευκαιρία αναπροσανατολισμού. Η Ευρώπη καλείται να εξετάσει εναλλακτικές κοινοπραξίες, όπως το βρετανο-ιταλο-ιαπωνικό πρόγραμμα GCAP, ή να στραφεί σε μια νέα γενιά προαιρετικά επανδρωμένων πλατφορμών, ενσωματωμένων στο υπό ανάπτυξη ευρωπαϊκό Combat Cloud. Το βέβαιο είναι ότι το μέλλον της αερομαχίας δεν θα κριθεί μόνο από την ταχύτητα ενός μαχητικού, αλλά από την ταχύτητα επεξεργασίας των δεδομένων του.

