Η γεωπολιτική αστάθεια δεν μπορεί να σταματήσει την ενεργειακή συνεργασία όταν αυτή βασίζεται σε στέρεα θεμέλια αμοιβαίου συμφέροντος.
Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα που έστειλε από την Ουάσιγκτον ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας τον στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζει πλέον η Ελλάδα στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη.
Σε μια συγκυρία όπου οι διεθνείς σχέσεις δοκιμάζονται από πολλαπλές κρίσεις, ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι η ενέργεια μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα συνεννόησης, ακόμη και όταν οι πολιτικές συνθήκες δεν είναι ιδανικές. Η δήλωσή του αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα δεδομένου ότι προέρχεται από το επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, λίγες μόλις ημέρες μετά τα εγκαίνια του East Med Energy Center στο Χιούστον, ενός θεσμού που ενσαρκώνει τη διατλαντική ενεργειακή σύμπνοια.
Ο Έλληνας υπουργός βρέθηκε στην αμερικανική πρωτεύουσα στο πλαίσιο της στρατηγικής αναβάθμισης των διμερών ενεργειακών δεσμών. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, στις συναντήσεις του συζητήθηκε εκτενώς η πρόοδος των μεγάλων έργων υποδομής που μεταμορφώνουν την Ελλάδα σε εξαγωγό ενεργειακής ασφάλειας για ολόκληρη την Ευρώπη. Οι πλωτές μονάδες αποθήκευσης και αεριοποίησης LNG, οι αγωγοί φυσικού αερίου και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις με την Ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική βρέθηκαν στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Αυτό που ο κ. Παπασταύρου φέρεται να κατέστησε σαφές είναι πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν βλέπει την ενέργεια απλώς ως ένα εμπορικό αγαθό, αλλά ως ένα εργαλείο εξωστρέφειας και διπλωματίας. Σε περιόδους έντονων πολιτικών αναταράξεων, η αξιοπιστία ενός κράτους ως ενεργειακού κόμβου μπορεί να ξεκλειδώσει διαύλους επικοινωνίας που παραμένουν κλειστοί σε άλλα επίπεδα. Το μοντέλο Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, υποστηριζόμενο από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδεικνύει ότι η σύγκλιση ενεργειακών συμφερόντων μπορεί να υπερκεράσει ακόμη και βαθιά ριζωμένες ιστορικές καχυποψίες.
Επιπλέον, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην προστασία των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών από υβριδικές απειλές και κυβερνοεπιθέσεις, ένα ζήτημα που απασχολεί έντονα τόσο την Ουάσιγκτον όσο και τις Βρυξέλλες. Η συνεργασία των δύο χωρών στον τομέα της τεχνολογίας και της ασφάλειας των δικτύων θεωρείται πλέον αναπόσπαστο κομμάτι της αμυντικής θωράκισης.
Κλείνοντας, ο υπουργός φέρεται να τόνισε ότι η εποχή που η ενέργεια αποτελούσε αιτία πολέμου πρέπει να δώσει τη θέση της σε μια εποχή όπου η ενέργεια θα αποτελεί θεμέλιο ειρήνης. «Ακόμη και όταν οι πολιτικές γέφυρες μοιάζουν εύθραυστες, η ανάγκη για φυσικό αέριο και πράσινη ενέργεια μπορεί να κρατήσει τους διαύλους ανοιχτούς», ανέφερε χαρακτηριστικά. Το μήνυμα από την Ουάσιγκτον ήταν σαφές: η Ελλάδα δεν είναι πλέον απλός παρατηρητής των γεωπολιτικών εξελίξεων, αλλά πρωταγωνιστής που μπορεί να επηρεάσει την ενεργειακή και πολιτική σταθερότητα της περιοχής.

