Κυβέρνηση και κρατίδια συμφώνησαν νέο πακέτο για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών καυσίμων – Από την 1η Οκτωβρίου η εφαρμογή, εφόσον ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες διαδικασίες – Στα 2,5 δισ. ευρώ το συνολικό ύψος της ελάφρυνσης
Σε νέα παρέμβαση για την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών στα καύσιμα προχωρά η γερμανική κυβέρνηση, καθώς ομοσπονδιακή κυβέρνηση και κρατίδια συμφώνησαν στη μείωση του ενεργειακού φόρου στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης. Το μέτρο προβλέπει μείωση του ενεργειακού φόρου κατά 14 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο για βενζίνη και diesel. Εάν συνυπολογιστεί και ο ΦΠΑ που αναλογεί στη συγκεκριμένη φορολογική μείωση, η συνολική ελάφρυνση υπολογίζεται σε περίπου 17 λεπτά ανά λίτρο.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι στόχος είναι το νέο μέτρο να τεθεί σε εφαρμογή από την 1η Οκτωβρίου 2026, σε συνεννόηση με τα κρατίδια και τις κοινοβουλευτικές ομάδες του κυβερνητικού συνασπισμού.
Ελάφρυνση 2,5 δισ. ευρώ για πολίτες και επιχειρήσεις
Σύμφωνα με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, το συνολικό ύψος της προβλεπόμενης ελάφρυνσης ανέρχεται σε περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Το κόστος θα επιμεριστεί μεταξύ ομοσπονδιακού κράτους και κρατιδίων. Τα κρατίδια θα συνεισφέρουν 1,25 δισ. ευρώ, μέσω ειδικής ρύθμισης που αφορά τα έσοδα από τον ΦΠΑ.
Η παρέμβαση αφορά άμεσα τους οδηγούς, αλλά και επιχειρήσεις με υψηλή κατανάλωση καυσίμων, καθώς οι αυξημένες τιμές έχουν επιβαρύνει σημαντικά το κόστος μετακινήσεων και μεταφορών.
Η κυβέρνηση συνδέει την άνοδο των τιμών με την αυξημένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές που προκαλεί η νέα κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Μερτς: «Όποιος εξαρτάται καθημερινά από το αυτοκίνητο έχει φτάσει στα όριά του»
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς υποστήριξε ότι η κυβέρνηση αποφασίζει να κινηθεί γρήγορα, καθώς οι υψηλές τιμές των καυσίμων έχουν δημιουργήσει σημαντική επιβάρυνση για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους. Όπως ανέφερε, το πακέτο των 2,5 δισ. ευρώ αποτελεί σημαντική παρέμβαση σε μια περίοδο κατά την οποία τα δημόσια οικονομικά παραμένουν υπό πίεση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να μεταφέρει άμεσα ένα μέρος της φορολογικής ελάφρυνσης στην τιμή των καυσίμων, σε μια περίοδο κατά την οποία η τιμή στην αντλία έχει εξελιχθεί σε σημαντικό ζήτημα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Νέο «Tankrabatt» στα πρότυπα της προηγούμενης παρέμβασης
Η νέα μείωση θυμίζει το προηγούμενο Tankrabatt, που είχε εφαρμοστεί τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026. Τότε, η ενεργειακή φορολογία σε βενζίνη και diesel είχε μειωθεί κατά περίπου 14,04 λεπτά ανά λίτρο, με τη συνολική ελάφρυνση μαζί με τον ΦΠΑ να φτάνει περίπου τα 17 λεπτά ανά λίτρο. Για το συγκεκριμένο μέτρο ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός είχε υπολογίσει κόστος περίπου 1,6 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση επικαλείται τα συμπεράσματα της ανεξάρτητης Monopolkommission και του Bundeskartellamt, σύμφωνα με τα οποία η προηγούμενη μείωση της ενεργειακής φορολογίας μεταφέρθηκε σε μεγάλο βαθμό στους καταναλωτές.
Έρχεται και πλαφόν στις τιμές των καυσίμων
Η νέα φορολογική ελάφρυνση δεν αποτελεί το μοναδικό μέτρο που εξετάζει το Βερολίνο. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα ξεκινήσει συνομιλίες με τη βιομηχανία πετρελαιοειδών, με στόχο να εφαρμοστεί το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2027 ένα προσωρινό πλαφόν στις τιμές των καυσίμων.
Το μοντέλο που εξετάζεται παραπέμπει σε αντίστοιχες ρυθμίσεις που έχουν εφαρμοστεί στο Λουξεμβούργο και το Βέλγιο. Βασική προϋπόθεση, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι να διασφαλιστεί παράλληλα η επάρκεια των καυσίμων και να αποτραπούν αδικαιολόγητες αυξήσεις τιμών.
Παράλληλα, το Βερολίνο δηλώνει ότι στηρίζει τις συζητήσεις σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενδεχόμενα μέτρα απέναντι στη βιομηχανία πετρελαιοειδών, με αναφορά στο μοντέλο της ευρωπαϊκής εισφοράς για την ενεργειακή κρίση του 2022.
Η κυβέρνηση εξετάζει και στοχευμένες ενισχύσεις
Εκτός από τη γενική μείωση του φόρου στα καύσιμα, η γερμανική κυβέρνηση δηλώνει ότι θα παρακολουθεί την εξέλιξη των τιμών και τις επιπτώσεις τους στην οικονομία. Για την περίπτωση που χρειαστούν πρόσθετες παρεμβάσεις, το Βερολίνο προετοιμάζει μηχανισμό άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων, με στόχο να μπορούν να στηριχθούν πιο στοχευμένα οι πολίτες που πλήττονται περισσότερο από την αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Παράλληλα, η κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι από την αρχή του 2026 έχει αυξηθεί μόνιμα η φορολογική έκπτωση για τους εργαζομένους που μετακινούνται καθημερινά προς την εργασία τους, ενώ προβλέπονται και φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες και πολίτες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα από το 2027.
Η αγορά παραμένει υπό στενή παρακολούθηση
Το Βερολίνο επιχειρεί ταυτόχρονα να περιορίσει το ενδεχόμενο οι μειώσεις φόρων να μην αποτυπωθούν πλήρως στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές. Το Bundeskartellamt έχει ήδη ενισχύσει την παρακολούθηση της αγοράς καυσίμων και έχει ανοίξει διαδικασίες ελέγχου σχετικά με την τιμολόγηση των διυλιστηρίων. Παράλληλα, από τον Απρίλιο ισχύει νέος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα πρατήρια μπορούν να αυξάνουν τις τιμές τους μόνο μία φορά την ημέρα, στις 12 το μεσημέρι, ενώ οι μειώσεις μπορούν να γίνονται οποιαδήποτε στιγμή.
Η Markttransparenzstelle für Kraftstoffe του Bundeskartellamt συγκεντρώνει στοιχεία από περίπου 15.000 πρατήρια στη Γερμανία και παρακολουθεί τις μεταβολές των τιμών σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Το σχέδιο της κυβέρνησης
Με το νέο πακέτο, το Βερολίνο διαμορφώνει ένα σχέδιο σε δύο επίπεδα:
Από 1η Οκτωβρίου 2026: μείωση της ενεργειακής φορολογίας κατά 14 λεπτά ανά λίτρο.
Μαζί με τον ΦΠΑ: συνολική φορολογική ελάφρυνση περίπου 17 λεπτών ανά λίτρο.
Συνολικό πακέτο: περίπου 2,5 δισ. ευρώ.
Συμμετοχή κρατιδίων: 1,25 δισ. ευρώ.
Έως 31 Δεκεμβρίου 2026: η συγκεκριμένη μείωση της ενεργειακής φορολογίας.
Έως 1η Ιανουαρίου 2027: στόχος για προσωρινό πλαφόν στις τιμές των καυσίμων.
Παράλληλα: παρακολούθηση της αγοράς και προετοιμασία στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων, εφόσον απαιτηθούν.
Το νέο μέτρο έρχεται σε μια περίοδο έντονης πίεσης από τις τιμές των καυσίμων στη Γερμανία και αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη φορολογική παρέμβαση της κυβέρνησης μέσα στο 2026 για την αντιμετώπιση του κόστους στην αντλία. Η αποτελεσματικότητα της νέας ελάφρυνσης θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από το κατά πόσο η φορολογική μείωση θα μετακυλιστεί στις τελικές τιμές που πληρώνουν οι οδηγοί.

