Η Επιτροπή παραδίδει σήμερα το πόρισμα-βόμβα. Τι αλλάζει για μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους και δημόσιους υπαλλήλους, ενώ συνδικάτα και αντιπολίτευση ανεβάζουν τους τόνους.
Η δημόσια συζήτηση για το ασφαλιστικό μέλλον της Γερμανίας φουντώνει, καθώς οι 30 προτάσεις της αρμόδιας Επιτροπής Συντάξεων, που διέρρευσαν το Σαββατοκύριακο, σκιαγραφούν ένα ριζικά διαφορετικό τοπίο. Η επίσημη παρουσίαση έχει προγραμματιστεί για αύριο, Τρίτη, ωστόσο το περιεχόμενο του πορίσματος ήδη πυροδοτεί έντονες αντιπαραθέσεις, με την κυβέρνηση να υπεραμύνεται των αλλαγών και τα συνδικάτα να κάνουν λόγο για αποσύνδεση από την πραγματικότητα των εργαζομένων.
Τι προβλέπει το σχέδιο
Ο πυρήνας των προτάσεων κινείται γύρω από τη σταθεροποίηση του συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο υφίσταται ασφυκτική πίεση από τη δημογραφική γήρανση. Η πιο πολυσυζητημένη αλλαγή αφορά την πρόωρη συνταξιοδότηση μετά από 45 χρόνια εισφορών, γνωστή ως «σύνταξη στα 63», η οποία προτείνεται να καταργηθεί. Παράλληλα, σχεδιάζεται η κατάργηση της εξαίρεσης από τις συνταξιοδοτικές εισφορές για τις λεγόμενες μίνι-θέσεις εργασίας.
Σε μια προσπάθεια να διευρυνθεί η βάση των εισφορών, η Επιτροπή εισηγείται την υποχρεωτική υπαγωγή στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα για ομάδες που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός: αυτοαπασχολούμενους, δημόσιους υπαλλήλους, ακόμη και μέλη του κοινοβουλίου.
Ξεχωριστή θέση στο πόρισμα καταλαμβάνει η πρόταση για ένα κεφαλαιακά χρηματοδοτούμενο συμπληρωματικό συνταξιοδοτικό σύστημα, με στόχο να διασφαλιστεί το τρέχον επίπεδο των κύριων συντάξεων. Ωστόσο, το πιο λεπτό ζήτημα – αυτό της ηλικίας συνταξιοδότησης – αντιμετωπίζεται με μια έμμεση αλλά δομική παρέμβαση: αντί για μια οριζόντια αύξηση στα 70 έτη, προκρίνεται η σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Σύμφωνα με το μοντέλο 2:1 που εξετάζεται, αν το προσδόκιμο ζωής αυξηθεί κατά ένα έτος, οι εργαζόμενοι θα εργάζονται οκτώ μήνες περισσότερο και θα απολαμβάνουν σύνταξη για τέσσερις μήνες επιπλέον.
Οι πολιτικές δηλώσεις: Αναγκαίο κακό ή μεταρρύθμιση-σοκ;
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, μιλώντας την Κυριακή σε ανοιχτή εκδήλωση της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, έσπευσε να προκαταλάβει τις αντιδράσεις. «Πρέπει να εξηγήσουμε στους πολίτες ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν αποτελούν αυτοσκοπό», τόνισε. «Δεν προχωράμε σε αλλαγές επειδή μας αρέσει να ανατρέπουμε τα δεδομένα. Οι αλλαγές είναι απαραίτητες ακριβώς για να μπορέσουν πολλά πράγματα να παραμείνουν ως έχουν».
Στο ίδιο μήκος κύματος, η ομοσπονδιακή υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας (SPD) στάθηκε στη διάσταση της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών. «Τώρα χτίζουμε κάτι για τους νεότερους, ώστε να έχουν ένα υψηλότερο επίπεδο σύνταξης», δήλωσε, προσθέτοντας ότι πρέπει να μειωθούν τα κίνητρα για πρόωρη έξοδο, αλλά πάντα με σεβασμό στις δικαιολογημένες προσδοκίες και με επαρκείς μεταβατικές περιόδους.
Από την πλευρά της Επιτροπής, το μέλος και βουλευτής του SPD, Άνικα Κλόζε, περιέγραψε τη διαδικασία ως «κατά καιρούς τεταμένη, αλλά εποικοδομητική και δίκαιη». Παραδέχθηκε ότι η αρχική κατάσταση ήταν δύσκολη: «Χωρίς παρέμβαση, το επίπεδο των συντάξεων θα συνέχιζε να υποχωρεί και οι εισφορές θα εκτοξεύονταν».
Η «αντεπίθεση» των συνδικάτων και των κοινωνικών φορέων
Απέναντι σε αυτό το σκεπτικό, τα μεγαλύτερα συνδικάτα της χώρας υψώνουν τείχος. Ο πρόεδρος της Ver.di, Φρανκ Βέρνεκε, χαρακτήρισε τα σχέδια αποκομμένα από τη ζωή των εργαζομένων. «Σε αναρίθμητα επαγγέλματα, η σωματική και ψυχική φθορά είναι τέτοια που ακόμη και τα 67 είναι ανέφικτα για πολλούς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Εξίσου αιχμηρή ήταν και η πρόεδρος της IG Metall, Κριστιάνε Μπένερ, που κατηγόρησε την Επιτροπή ότι αγνοεί επιδεικτικά τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στις επιχειρήσεις. Η Γερμανική Κοινωνική Ένωση (SoVD) συντάχθηκε με τις επικρίσεις, εκφράζοντας απογοήτευση για το τελικό κείμενο.
Στον αντίποδα, οι οργανώσεις νέων και ηλικιωμένων φαίνεται να υποδέχονται τις προτάσεις με ικανοποίηση, βλέποντας σε αυτές μια ευκαιρία για ένα πιο βιώσιμο σύστημα που δεν θα μετακυλίει αβάσταχτα βάρη στις επόμενες γενιές.
Η σημερινή ολοκλήρωση των εργασιών της Επιτροπής και η αυριανή επίσημη παρουσίαση αναμένεται να δώσουν το έναυσμα για μια μακρά πολιτική αντιπαράθεση. Το βέβαιο είναι πως το ζήτημα των συντάξεων, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θα παραμείνει στο επίκεντρο της δημόσιας ατζέντας στη Γερμανία.