Την ώρα που η Ουκρανία συνεχίζει να αντιμετωπίζει οξύτατα προβλήματα στην αντιαεροπορική της άμυνα, με ελλείψεις σε κρίσιμους πυραύλους Patriot, στο διπλωματικό παρασκήνιο διαμορφώνεται ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο μέτωπο, οι επαφές μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών για μελλοντική οικονομική και εμπορική συνεργασία, υπό την προϋπόθεση μιας πολιτικής διευθέτησης του πολέμου.
Η πρόσφατη ανακοίνωση της Γερμανίας ότι είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στην Ουκρανία πέντε πυραύλους PAC-3 για τα συστήματα Patriot, εφόσον άλλοι σύμμαχοι συνεισφέρουν συνολικά ακόμη 30, προκάλεσε αντιδράσεις και ειρωνικά σχόλια. Παρότι Ουκρανοί αξιωματούχοι ευχαρίστησαν δημόσια το Βερολίνο, πολλοί παρατηρητές επισήμαναν ότι πρόκειται για ποσότητα ανεπαρκή μπροστά στη σφοδρότητα των ρωσικών επιθέσεων, που συχνά περιλαμβάνουν δεκάδες βαλλιστικούς πυραύλους σε μία μόνο νύχτα.
Η πραγματικότητα είναι ότι οι πύραυλοι PAC-3 αποτελούν το πλέον αποτελεσματικό δυτικό μέσο αναχαίτισης βαλλιστικών απειλών, αλλά είναι σπάνιοι, ακριβοί και δύσκολα διαθέσιμοι. Η Γερμανία παραμένει πάντως ένας από τους βασικότερους ευρωπαϊκούς υποστηρικτές του Κιέβου, έχοντας παραδώσει συνολικά πέντε πλήρη συστήματα Patriot και σημαντική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Ωστόσο, ακόμη και αν οι Ευρωπαίοι καταφέρουν να συγκεντρώσουν 35 πυραύλους, αυτοί ενδέχεται να επαρκούν μόνο για την απόκρουση ενός μεγάλου κύματος επιθέσεων.
Την ίδια στιγμή, στο διπλωματικό πεδίο, το Κρεμλίνο επιβεβαιώνει ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με την Ουάσιγκτον για εμπορική και οικονομική συνεργασία. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντιμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι η Μόσχα επιθυμεί τη συνέχιση του διαλόγου, αν και παραδέχθηκε ότι ουσιαστική πρόοδος δύσκολα θα υπάρξει πριν από τον τερματισμό του πολέμου. Ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκη έχει ήδη προειδοποιήσει ότι Ρωσία και ΗΠΑ συζητούν εκτεταμένα οικονομικά σενάρια για την «επόμενη ημέρα».
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Bloomberg, το Κρεμλίνο έχει καταρτίσει ένα επτασέλιδο σχέδιο επτά σημείων, το οποίο προβλέπει εκτεταμένη οικονομική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τη λήξη του πολέμου. Το σχέδιο φέρεται να περιλαμβάνει κοινές επενδύσεις σε φυσικό αέριο, υπεράκτια πετρελαϊκά κοιτάσματα και κρίσιμες πρώτες ύλες, προώθηση των ορυκτών καυσίμων έναντι «πράσινων» εναλλακτικών, αλλά και συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας. Παράλληλα, προβλέπεται η επιστροφή αμερικανικών εταιρειών στη ρωσική αγορά, καθώς και η επανένταξη της Ρωσίας στο σύστημα συναλλαγών σε δολάρια.
Σε πολιτικό επίπεδο, Ρωσία, Ουκρανία και ΗΠΑ αναμένεται να συμμετάσχουν σε νέο γύρο συνομιλιών την επόμενη εβδομάδα στη Γενεύη, με τη ρωσική αντιπροσωπεία να ηγείται από τον σύμβουλο του Κρεμλίνου Βλαντιμίρ Μεντίσκη. Ωστόσο, οι αποστάσεις παραμένουν μεγάλες. Η Μόσχα επιμένει στον έλεγχο ολόκληρης της περιοχής του Ντονέτσκ και σε πολιτικές παραχωρήσεις από το Κίεβο, ενώ η ουκρανική πλευρά απορρίπτει κάθε μονομερή υποχώρηση και ζητά ισχυρές δυτικές εγγυήσεις ασφαλείας.
Την πίεση εντείνει και το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τη New York Times, η αμερικανική κυβέρνηση πιέζει την Ουκρανία να δείξει μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές. Ο πρόεδρος Τραμπ έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ του άμεσου τερματισμού του πολέμου, υιοθετώντας κατά καιρούς ρητορική που ευθυγραμμίζεται με ρωσικές θέσεις.
Έτσι, η Ουκρανία βρίσκεται σήμερα εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο πιέσεις, από τη μία, τη στρατιωτική ασφυξία και τις ελλείψεις σε αντιαεροπορικά μέσα, από την άλλη, τις γεωπολιτικές και οικονομικές διαπραγματεύσεις των μεγάλων δυνάμεων. Και όσο οι πύραυλοι δεν επαρκούν και οι διαπραγματεύσεις παραμένουν θολές, το κόστος του πολέμου συνεχίζει να μετριέται σε ανθρώπινες ζωές και κατεστραμμένες πόλεις.
