Στις 6 Σεπτεμβρίου 1955 κορυφώθηκε η βία κατά των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, σε μια οργανωμένη επίθεση που υποστηρίχθηκε από την Τουρκία, με σιωπηρή ανοχή ή έμμεση υποστήριξη των Βρετανών και των Αμερικανών.
Η αιτία των γεγονότων συνδέεται με τον αγώνα των Κυπρίων για την απελευθέρωση της Κύπρου από την αποικιοκρατία και την ένωση με την Ελλάδα, που ξεκίνησε την άνοιξη του 1955. Η βρετανική κυβέρνηση, όμως, δεν φαινόταν διατεθειμένη να παραδώσει τον έλεγχο της νήσου. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους προτάθηκε διάσκεψη στο Λονδίνο για το Κυπριακό, με τη συμμετοχή της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία ξεκίνησε στις 29 Αυγούστου.
Η κινητοποίηση της τουρκικής κοινής γνώμης κατά της Ελλάδας συνοδεύτηκε από επιθέσεις και εναντίον της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης. Οι Ρωμιοί κατηγορήθηκαν από τον τουρκικό Τύπο ότι χρηματοδοτούσαν τον αγώνα των Κυπρίων, μέσω εράνων, δημιουργώντας την ιδανική αφορμή για το κράτος της Τουρκίας να τους στοχοποιήσει και τελικά να τους εκδιώξει.
Κατά την πρώτη ημέρα της διάσκεψης, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών ζήτησε τηλεγράφημα προς την Άγκυρα για την πραγματοποίηση συλλαλητηρίων στο πλαίσιο της «υποστήριξης» της τουρκικής θέσης στο Κυπριακό. Η βία εναντίον της ελληνικής μειονότητας θεωρήθηκε χρήσιμη για να περιοριστούν οι ελληνικές διεκδικήσεις, χωρίς να αντιταχθεί η βρετανική πλευρά.
Τη νύχτα της 5ης προς 6η Σεπτεμβρίου, εκδηλώθηκε έκρηξη μικρής ισχύος στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, όπου βρισκόταν το σπίτι του Κεμάλ Ατατούρκ. Τα γεγονότα αυτά παρουσιάστηκαν στην Τουρκία από τα μέσα ενημέρωσης με παραποιημένες φωτογραφίες, δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση μεγάλης καταστροφής. Η ενέργεια αυτή αποτέλεσε την αφορμή για τα «Σεπτεμβριανά» του 1955.
Κάτω από την καθοδήγηση του τουρκικού βαθέος κράτους, οργανωμένες ομάδες Τούρκων επιτέθηκαν τη νύχτα της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Κατέστρεψαν καταστήματα, σπίτια, ναούς και νεκροταφεία, ενώ πολλοί Έλληνες τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν. Οι δυνάμεις ασφαλείας είτε παρακολουθούσαν από απόσταση είτε συμμετείχαν στην καταστροφή. Παρόμοια επεισόδια εκδηλώθηκαν και στη Σμύρνη, έξω από το ελληνικό προξενείο και εις βάρος Ελλήνων στρατιωτικών του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, χιλιάδες Τούρκοι κατέστρεψαν ελληνικά καταστήματα, σπίτια και αυτοκίνητα, ενώ εκατοντάδες παρακολουθούσαν από τα παράθυρα και τους δρόμους, επευφημώντας τους δράστες. Οι Αρχές, αντί να παρέμβουν, περιορίστηκαν στη «παρακολούθηση» των γεγονότων.
Οι ζημιές ήταν τεράστιες: περίπου 70 εκκλησίες υπέστησαν ζημιές, καταστράφηκαν 1.000 από τα 3.500 σπίτια, και λεηλατήθηκαν περισσότερες από 4.000 επιχειρήσεις. Οι νεκροί υπολογίζονται μεταξύ 17 και 35, ενώ χιλιάδες τραυματίστηκαν. Η οικονομική δραστηριότητα της ελληνικής κοινότητας υπέστη ανεπανόρθωτο πλήγμα, καθώς πολλές επιχειρήσεις δεν επανήλθαν.
Παρά την καταστροφή του 1955, ο αριθμός των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης δεν μειώθηκε άμεσα. Ο Ελληνισμός της Πόλης όμως δεν άντεξε τη συνέχεια του σχεδίου εκδίωξης, που υλοποιήθηκε το 1964.

