Σαν σήμερα, στις 8 Ιουλίου 1851, ήρθε στον κόσμο ο Άρθουρ Έβανς, ο Βρετανός αρχαιολόγος που συνδέθηκε όσο λίγοι με τον μινωικό πολιτισμό. Το όνομά του έγινε παγκοσμίως γνωστό χάρη στις συστηματικές ανασκαφές που πραγματοποίησε στον λόφο της Κνωσού, αναδεικνύοντας ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της προϊστορικής Ευρώπης.
Ωστόσο, η ιστορία της ανακάλυψης ξεκινά λίγα χρόνια νωρίτερα. Την τιμή να σκάψει πρώτος στο συγκεκριμένο σημείο είχε ο Μίνως Καλοκαιρινός, ένας παθιασμένος Κρητικός αρχαιοδίφης, ο οποίος ξεκίνησε δοκιμαστικές τομές το 1878. Ήταν εκείνος που εντόπισε τα πρώτα σημαντικά ίχνη του ανακτόρου, όμως η έλλειψη οικονομικών πόρων τον ανάγκασε να σταματήσει τις έρευνες. Το 1894, λοιπόν, παρέδωσε ουσιαστικά τη σκυτάλη στον Έβανς, δίνοντάς του την ευκαιρία να συνεχίσει το έργο του.
Σύμφωνα με παλιό δημοσίευμα της εφημερίδας «Το Βήμα» τον Φεβρουάριο του 1997, ο Έβανς ήταν ήδη κοντά στα 50 του χρόνια όταν, στις αρχές του 20ού αιώνα, ανέλαβε την πλήρη ανασκαφή του λόφου Κεφάλα. Αξίζει να σημειωθεί ότι είκοσι χρόνια νωρίτερα, ο Καλοκαιρινός είχε φέρει στο φως μερικά τεράστια πιθάρια αποθήκευσης ακριβώς σε εκείνο το σημείο. Αυτά τα εντυπωσιακά αγγεία, που αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της μινωικής τέχνης, δεν βρίσκονται πια στο νησί: σήμερα κοσμούν τις συλλογές του Μουσείου του Λούβρου στο Παρίσι, ενώ ένα μέρος τους φιλοξενείται και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου, δίπλα σε πλήθος άλλων πολύτιμων ευρημάτων.
Η συνεισφορά του Έβανς, πάντως, δεν σταμάτησε στην ανάσυρση των αρχαιοτήτων. Μέσα από τη σχολαστική δουλειά του, έδωσε σάρκα και οστά σε ολόκληρο τον μινωικό πολιτισμό, χαρίζοντας στην Κρήτη μια θέση στο επίκεντρο της παγκόσμιας αρχαιολογικής σκηνής.
H Κνωσός
Σύμφωνα με το ιστορικό που παραθέτει το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού:
«Η πόλη της Kνωσού κατοικήθηκε συνεχώς από τα τέλη της 7ης χιλιετίας έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. (…) Ιδιαίτερα έντονη ήταν η κατοίκηση με τα πρώτα (19ος-17ος αι. π.X.), δεύτερα ανάκτορα (16ος-14ος αι. π.X.) και τις πολυτελείς οικίες, τον ξενώνα και τα μινωικά έργα υποδομής. Τα ανάκτορα κτίζονται σε θέσεις που ελέγχουν πεδιάδες και προσβάσεις από τη θάλασσα, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται και σημαντικοί οικισμοί γύρω από αυτά. Πόλεις και ανάκτορα μένουν ωστόσο ατείχιστα, επιβεβαιώνοντας τη λεγόμενη pax minoica.
»Γύρω στο 1700 π.Χ. πιθανόν ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει την Κνωσό και οδηγεί σε εργασίες μεγάλης κλίμακας στην πόλη και στο ανάκτορο. Η πόλη της Κνωσού αναπτύχθηκε σε μεγάλη έκταση και ο πληθυσμός της υπολογίστηκε από τον Evans γύρω στους 80.000 κατοίκους.
Το 1450 π.Χ., μετά από μερική καταστροφή της Κνωσού, εγκαθίστανται στην πόλη Μυκηναίοι, χωρίς όμως να ξανακτίσουν τα ανάκτορα».
Οι αμφιλεφόμενες ανακατασκευές του Έβανς
Σύμφωνα με τους επιστήμονες της αρχαιολογίας η προσφορά του Έβανς υπήρξε πολύ μεγάλη καθώς «με τις ανασκαφές του διεύρυνε την πολιτιστική ευρωπαϊκή ιστορία».
Όπως όμως δήλωνε στα «ΝΕΑ» η αρχαιολόγος Εύα Γραμματικάκη, υπεύθυνη για την περιοχή της Κνωσού «Οι ανακατασκευές του είναι αμφιλεγόμενες γιατί βοήθησαν να έχουμε πληρέστερη εικόνα για το ανάκτορο της Κνωσού, δεν είναι όμως σίγουρο κατά πόσον ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα».
»Οι ανακατασκευές του δημιούργησαν πρόβλημα συντήρησης στα μνημεία, διότι το τσιμέντο, ως υλικό στην πρώτη φάση της ύπαρξής του, δεν ήταν καλά μελετημένο υλικό. (…)
»Η συμβολή του όμως είναι σημαντική. Γιατί εκτός από τις ανασκαφές και τις επιφανειακές έρευνες που έκανε σε όλη την Κρήτη, έθεσε τις επιστημονικές βάσεις για τη μελέτη του μινωικού πολιτισμού.
»Το σύγγραμά του “Το παλάτι του Μίνωα”, αποτελεί οδηγό ακόμα και σήμερα για τους αρχαιολόγους που ασχολούνται με τον μινωικό πολιτισμό. Επιπλέον έστρεψε το ενδιαφέρον του ευρωπαϊκού κόσμου προς την Κρήτη».




