Γράφει η *Μαίρη Μάκρα
17η συνέχεια
(Σύνδεση με ολοκληρωμένο το θέμα: Στο παραμύθι αυτό, τα ζώα του δάσους, οι σοφοί και οι αγγελιοφόροι του μύθου σχολιάζουν, απορούν, γελούν, συγκινούνται και μας οδηγούν σιγά-σιγά πίσω από τις λέξεις, εκεί όπου κρύβονται οι αλήθειες που-συνήθως- δεν γράφονται.
Δεν είναι μια απλή αφήγηση για παιδιά ή μεγάλους. Είναι μια γέφυρα ανάμεσα στη μυθολογία και την αυτογνωσία, γεμάτη χρώματα, μουσικές, συγκίνηση και χιούμορ. Ένα ταξίδι όπου ο μύθος γίνεται καθρέφτης, κι εμείς-διασκεδάζοντας- αναγνωρίζουμε μέσα του κομμάτια της δικής μας ζωής. Ας δούμε όμως…το Τέλος).
«Και τώρα… τι πρέπει να κάνουμε; Να τραγουδήσουμε, θέλουμε δεν θέλουμε, για να ευχαριστήσουμε το παγώνι;» γκρίνιαξε η αλεπού.
«Να τραγουδήσουμε! Γιατί όχι; Έτσι κι αλλιώς ο Ηρακλής θα χρειαστεί βοήθεια. Είναι η ώρα όπως λέει ο μύθος, που ο ήρωας θα κατέβει στον Άδη!» είπε σοβαρά η κουκουβάγια.
«Το φάγανε το παλικάρι! Το βασκάνανε οι φθονεροί!» έσκουξε ο αγριόχοιρος.
Τα ζώα τον κοίταξαν απορημένα.
«Τι έπαθες, παλιόφιλε; Με το μέρος του σε πήρε κι εσένα;», ρώτησε χαμηλόφωνα ο λύκος.
«Δεν ξέρω τι έπαθα! Πες, πες, η κουκουβάγια, πες, πες, ο αετός… πολύ θέλει ένα ζωντανό; Μου αλλάξανε την πίστη τα σκεπτόμενα… έχασα την ησυχία μου! Ου, ου, ου…!» βάλθηκε να κλαίει ασταμάτητα.
«Αφήστε το ζώον να εκφρασθεί! Καλό του κάνει! Κι εμείς στη δουλειά μας… συνεχίζουμε!» μπήκαν στη μέση οι σοφοί.
«Λοιπόν… τι λέγαμε; Θα τελειώσουμε καμιά φορά;» βρυχήθηκε το λιοντάρι.
«Ο Ηρακλής κατεβαίνει στον Άδη!» ξαναφώναξε ο Κήρυκας.
Ενώ η κουκουβάγια πρόσθετε: «Πολύ δύσκολο αυτό το στάδιο της ζωής για κάθε ήρωα. Μαυρίλα γεμίζει την ψυχή του. Οι γιατροί, στη χώρα, το λένε ‘Κατάθλιψη’. Κοίτα όμως που από τη μαυρίλα της ξεπηδάει καινούρια ζωή!»
«Ποια καινούρια ζωή, πανσοφότατη; Ό,τι θέλουμε λέμε; Εδώ ο άνθρωπος πεθαίνει, μας είπατε. Πάει στον Άδη!» γκρίνιαξε το τσακάλι, που όλη αυτή την ώρα μόνο άκουγε.
«Ο παλιός του εαυτός πεθαίνει! Με άλλα λόγια οι παλιές του ιδέες τα παλιά του πιστεύω, μαζί με τον παλιό του τρόπο ζωής. Απ’ αυτό το θάνατο θα ξεπηδήσουν νέες δυνάμεις, που θ’ ανοίξουν τις πόρτες για μια νέα ζωή. Φτάνει μόνο να πιστεύει στο Θεό. Χωρίς πίστη δεν ανοίγουν νέοι δρόμοι, ούτε στον Ουρανό ούτε στη γη!» τόνισε η κουκουβάγια.
«Σιγά-σιγά, δεν προλαβαίνουμε την γραφή!» διαμαρτυρήθηκαν οι σοφοί.
«Πολλά δεν θα προλάβετε εσείς, αν καταπιάνεστε μόνο με τα γεγονότα!», είπε ο λευκός αετός, πολύ συγκινημένος.
«Υπάρχει και κάτι άλλο, που μας διέφυγε;» ανησύχησαν οι σοφοί.
«Υπάρχει αυτό που δεν φαίνεται και δεν καταγράφεται!» απάντησε ο αετός.
«Πού είναι; Πού υπάρχει αυτό που δε φαίνεται;» απόρησαν τότε και ήταν η πρώτη φορά, που άφησαν τα τεφτέρια τους στο πλάι.
«Γύρω μας και κοντά μας, Δεν είναι κάπου μακριά. Το βλέπουν όμως μόνο όσοι άνοιξαν τα μάτια της καρδιάς τους και ξεκλείδωσαν το μυαλό τους για να χωρέσει και αυτό που δεν φαίνεται», εξήγησε ο αετός και με τις ανοιχτές φτερούγες του έδειξε μακριά, πάνω στο ύψωμα.
Τα ζώα κοίταξαν προς το ύψωμα μα δεν έβλεπαν τίποτε. Κι επειδή ήταν πολύ κουρασμένα από το Φεστιβάλ κι επειδή η νύχτα έπεφτε και σκέπαζε τα πάντα, ξάπλωσαν κάτω από τα δέντρα, από τους θάμνους και όπου αλλού έβρισκε θέση το καθένα και αποκοιμήθηκαν. Μόνο ο λευκός αετός έμεινε άγρυπνος, μαζί με την κουκουβάγια.
Τότε, πάνω στο ύψωμα, φάνηκε μια μεγάλη φωτιά. Κοντά της ο Ηρακλής, φανερά κουρασμένος, έριχνε πάνω της ξύλα πολλά. Οι φλόγες μεγάλωναν κι όταν έφθασαν πολύ ψηλά, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και είπε δυνατά: «Ήρα, δεν ξέρω τι σου έκανα και με κυνήγησες σ’ αυτή τη ζωή. Τώρα όμως ήρθε η ώρα για να κάψω τούτο το σαρκίο, που άντεξε μαζί μου τις δοκιμασίες σου. Κάνε με ό,τι θέλεις πια! Δεν έχω να φοβηθώ τίποτε!» και μ’ ένα σάλτο, πήδησε μέσα στις φλόγες.
Τότε έγινε κάτι, που το λένε θαύμα κάτω στη Γη. Η Ήρα, που μέχρι εκείνη την ώρα στεκόταν παράμερα και παρατηρούσε τα πάντα, άνοιξε τα χέρια της, σαν μεγάλη αγκαλιά. Αμέσως, άσπρα, διάφανα σύννεφα κατέβηκαν από τον ουρανό. Τύλιξαν τον Ηρακλή, μαζί με την Ήρα, που τώρα ήταν κοντά του και τον αγκάλιαζε. Η νύχτα γέμισε χρώματα. Το δάσος γέμισε από μελωδίες. Κι ενώ ο Ηρακλής, μαζί με την Ήρα, μέσα στα άσπρα σύννεφα, ανέβαιναν προς τον ουρανό, άστρα φωτεινά έριξαν τις αχτίνες τους κάτω στη Γη κι αγκάλιασαν τα ζώα του δάσους, που ήταν ακόμα σε βαθύ ύπνο.
Πάνω στο μονοπάτι, προς το βουνό, φάνηκε ο λευκός αετός, μαζί με την κουκουβάγια. Δεν πετούσαν, όπως ήταν στη φύση τους. Περπατούσαν στη γη και μιλούσαν. Είχαν τόσα ακόμα να πουν και να εξηγήσουν στους σοφούς που τους ακολουθούσαν και κατέγραφαν όλα τα θαυμαστά εκείνης της νύχτας.
Από τότε κανείς δεν τους ξαναείδε μαζί. Πολλά ακούστηκαν και πολλά ειπώθηκαν, μα τίποτε δεν ήταν σίγουρο. Μόνο κάτι νύχτες παράξενες, που τα σύννεφα κατεβαίνουν πολύ χαμηλά και μοιάζει σαν να ενώνεται ο Ουρανός, με τη Γη, μόνο τότε ακούγεται, στα ψηλά, το κρώξιμο του αετού. Και όλοι λένε ότι εκεί κοντά πετάει και η κουκουβάγια. Δεν γίνεται να είναι ψέμα αυτό, γιατί τον αγάπησε. «Και τον αγάπησε πολύ…» λένε τα ζώα τους δάσους, όταν διηγούνται τα παραμύθια τους.

